Πέμπτη 19 Αυγούστου 2021

ΠΑΤΡΙΔΑ ΓΗ του ΓΙΑΝΝΗ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ


 Από το βιβλίο του ΓΙΑΝΝΗ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ

 "Τα παλικάρια τα παλιά" - και άλλα διηγήματα

σελ. 133.

ΣΗΜ. Το τραγικό αυτό περιστατικό συνέβηκε αληθινά στο χωριό Καστανιά της Υπάτης, τον Αύγουστο του 1845. Ο συγγρ. φύλαξε και το όνομα του άμοιρου Αγαλίδη που σκοτώθηκε και τις λεπτομέρειες του φόνου δανεισμένες από απόκομμα εφημερίδας της εποχής. Γνωστό είναι πως η πέρα από το Σπερχειό Φθιωτική γη θεωρήθηκε από τη διπλωματία πως έπρεπε να μείνει στους ιδιοχτήτες της Τούρκους, αφού η επαρχία δεν είχε κυριευτεί με τα όπλα, κατά τον Αγώνα. Έτσι οι Τούρκοι την πουλήσανε με το δικαίωμά τους.

ΠΑΤΡΙΔΑ ΓΗ
Κατηφορίζοντας το μονοπάτι το τραχύ, περνώντας και ξαναπερνώντας με τους φιδωτούς της γύρους την ξερορρεματιά, με τα πυκνά πλατάνια της και τα κοτρόνια τα γυαλιστερά, πρόβαλε η συνοδιά στης βαθιάς κλεισούρας το άνοιγμα, κι αγνάντεψε στα πόδια της στρωμένον κάτου τον κάμπο τον ατέλειωτο με τα γυμνά χωράφια, και στην άκρη το χωριό το πρασινόχλωρο, με τον παλιό του πύργο ξέχωρον ανάμεσα από τ’ άλλα σπίτια.
Καλοκαίρι περασμένο, και σηκωμένα από τ’ αλώνια τα  σπαρτά, και κάπου κάπου απολυμένα βόσκανε τα ζωντανά σκόρπια μες στις σταροκαλαμιές.
Θα βρούμε ζέστη δυνατή κάτου στον κάμπο, αφέντη, είπε ο νωματάρχης, που πήγαινε μπροστά. Γαϊδουροκαλόκαιρο, βλέπεις, αφέντη.

Να σταθούμε στο χάνι, που ’χει και καλό νερό· τα
ξέρω αυτά τα κατατόπια! είπε ο ένας από τους δικαστι-
κούς κλήτορες, που πηγαίναν πίσω απ’ τον «αφέντη»,
καβάλα κι αυτοί σε δυο παλιάλογα.
Ας γίνει έτσι! είπε ο αφέντης.
Ο δούλος του, που κρατούσε το χαλινάρι, σταμάτησε
με μια κραυγή, που έμοιαζε λέξη τούρκικη, τ’ όμορφο,
σελωμένο και στα κόκκινα χάμουρα ντυμένο άλογο του
αφέντη, κ’ ύστερα τονέ βοήθησε να κατεβεί.
Κ’ οι δυο τους μοιάζανε τουρκομερίτες. Εκεί συνά-
χτηκε και η άλλη συντροφιά, έξι χωροφύλακοι με το ζευ-
γάρι τους δικαστικούς κι ένας χωριάτης που τους έσμιξε
στο δρόμο. Έτρεξε ο χαντζής στο θόρυβο.
Kαλώς μάς ήρθατε, τι κάνετε, κυρ-Αγαλίδη; είπε ο
χαντζής πρόθυμος με την παλιοποδιά στο χέρι. Θα κο-
πιάστε μες στο μαγαζί, ή δεν είσαστε δρωμένοι; Μα κα-
λύτερα κάτου απ’ τη μουριά... Κυρ-νωματάρχη... καλώς
τα τα παιδιά! Από δω κοπιάστε, αφέντη! Καλορρίζικο το
χτήμα, κιόλα! Να ζείστε να το χαίρεστε. Τέτοιο χτήμα!
Βλοημένο απ’ το θεό. Από του Τούρκου τα χέρια στα
δικά σου, χιλιόδιπλα τα σοδήματα! Με την καρδιά μου!
Ο Αγαλίδης κοίταζε το χαντζή ξαφνισμένος και πα-
ράξενος.
Είσαι από το χωριό; Πώς με γνωρίζεις; ρώτησε.
Ο κυρ-νωμοτάρχης με ξέρει καλά... Η πατρίδα μου
πέφτει πολύ μακριά... Εγώ, από του παλιο-Πασπαλά;

Ποτέ μου δεν το καταδέχομαι! Όταν αυτοί προσκυνά-
γαν και δουλεύανε τους Τούρκους, εγώ τους πολέμα-
γα. Ο κυρ-νωμοτάρχης με ξέρει καλά. Σε γνώρισα την
αφεντιά σου στ’ Ανάπλι, άμα πρωτοήρθες απ’ την Ανα-
τολή, επί Κυβερνήτη.
Πώς τα περνάς εδωπέρα, ωρέ παλιόκορμο; ρώτη-
σε ο νωμοτάρχης.
Η μοίρα μου το ’χε να ξεπέσω σ’ αυτά τα χώματα.
Αφού παρατήθηκα απ’ την Ψωροκώσταινα, πού να ζήσω
τι να κάμω, γίνηκα χαντζής. Από χάνι, σε χάνι, άραξα
στου Πασπαλά. Καλοί ανθρώποι, μην τα ρωτάς... Ένα
χωριό φαμίλια· όλοι δεμένοι, ένα κορμί. Καλοί, οι καη-
μένοι... για τον εαυτό τους. Όλα δικά τους, και του αλ-
λουνού σπυρί... Τι με μέλει το τι κάνουν αυτοί; Έχουν
και τρώνε.
Λοιπόν, δεν είσαι από το χωριό; ρώτησε ο Αγαλί-
δης ζωηρά, σα να ’ταν κάπως ευχαριστημένος.
Από τα λόγια μου δε με κατάλαβες;
Και τι χαμπέρια από του Πασπαλά; ρώτησε ο νω-
ματάρχης.
Χαμπέρια; Ούγε γω μπαίνω στο χωριό τους, ούτε
αυτοί στο χάνι μου.
Περνώντας το μακρύ τραπέζι που ’χαν πιάσει οι οδοι-
πόροι, σκούντησε ο χαντζής το νωματάρχη, κ’ ύστερα
βιάστηκε να φέρει τα πιοτά. Ο νωματάρχης σηκώθηκε,

μπήκε μέσα, και σε λίγο γύρισε πιο σκουντουφλός. 

Τι λέει; Θα μας δεχτούνε με καλό; ρώτησε ο Αγα-
λίδης σκύβοντας κατά το νωματάρχη.
Ήταν ο Αγαλίδης άνθρωπος παχύς και μαυροκόκ-
κινος, με μύτη χοντρή σαν κρεμασμένη και με φρύδια
αδρά και πολύ, κατά το μέτωπο, ανασηκωμένα. Η όψη
του αναμμένη από τη ζέστη την αϊδημητριάτικη. Όσο
σφούγγιζε με το μαντίλι το σαρκερό του πρόσωπο, όλο
δούλευε τα τοξωτά του φρύδια, σα να ’ταν κινητά. Το
μέτωπό του το καμπυλωτό βαθιές το σημαδεύαν αυλα-
κιές, για μια στιγμή, και σβήνανε, Τα μάτια του, μεγάλα
και θολά, δε δείχναν τίποτε άλλο, παρά μιαν ανησυχιά
αγριμιού σκιαγμένου.
Μη σε μέλει, κυρ-Αγαλίδη, είπε ο νωματάρχης· έχω
διαταές αυστηρές από το σαγγελέα. Τι, χωρατάδες έχου-
με; Η απόφαση θα γίνει εχτελεστή, αυτό ξέρω. Περεσία
είν’ εδώ, όσο είμαι εγώ. Ύστερα δεν ξέρω.
Ο Αγαλίδης, πάντα με το πρόσωπο σε τρικυμιές πα-
ραδομένο, άκουγε και σώπαινε με το στανιό.
Ήρθε ο χαντζής με τα πιοτά. Ενώ μοίραζε τα ποτήρια
στο τραπέζι, όπου οι ξένοι ήτανε στρωμένοι ανάκατοι,
με χωρίς τάξη, τέντωνε αυτός σαν όρνιο το λαιμό του
και κοίταζε ψηλά σα να μυριζόταν τον αγέρα.
Καμπάνες ακούγω! είπε ο νωμοτάρχης κοιτάζο-
ντας στα μάτια το χαντζή.
Αμίλητος αυτός, κούνησε το κεφάλι κι έσκυψε το ξε-
ρακιανό κορμί του μες στο δίσκο να πάρει τα λεφτά.

Θα ’χουνε, θαρρώ, μονοκκλησιά οι Πασπαλιώτες,
σήμερα Κυριακή! είπε μετρώντας τάχα τις δεκάρες.
Η ώρα έντεκα μονοκκλησιά, τι λες; είπε ο νωμα-
τάρχης.
Την ώρα που προβάλατε από το στενό, μια νου-
φεκιά έπεσε απ’ αντίκρυ. Μέρες τώρα, φαινόταν εδώ
γύρω ένας Πασπαλιώτης, κι όλο αγνάντευε κατά το χάνι.
Τον πήρα γω με το κακό και πάει στο χωριό του – στον
αγύριστο. Δεν τα ’χω και καλά μαζί τους... Ο καριο-
φιλιάς στον τοίχο κρεμασμένος... Τι να φόραγα τούτα
δω είκοσι χρόνια; (Χτύπησε το δεξί καλάμι του χεριού,
σα να ’τανε γαλόνια τάχα εκεί ραμμένα, στο μανίκι).
Κατόνταρχος της οροφυλακής, σπουδαία τα μάραθα...
Και ξέσπασε σ’ ένα ξερόγελο άσκημο και καταφρο-
νετικό.
Δρόμο! φώναξε ο νωματάρχης, και σηκώθηκε.
Αρπάξαν οι χωροφύλακοι τις καραμπίνες, και κινήσα-
νε· κι ακολουθούσε ο δούλος σέρνοντας του Αγαλίδη τ’
άλογο, και πίσω ο νωματάρχης, και οι δικαστικοί ουρά.
Θα ’χουμε αντίσταση; είπε ο Αγαλίδης στρίβοντας
το χοντρό λαιμό του κατά πίσω και γυρεύοντας του νω-
ματάρχη τη ματιά.
Καλό κακό, να μην τους πετύχουμε στην εκκλησιά!
είπε ο νωματάρχης σκεφτικά· γι’ αυτό θα πάμε ίσα στον πύργο, κι αν είναι κλειδωμένος θα σπάσω γω την πόρτα, έτσι έχω διαταγή. Αφήνω ύστερα την αφεντιά σου

εκεί, στον πύργο, και βγαίνω στο χωριό να τους διαβά-
σω τη δικαστική απόφαση, και τους ξεμολογάω... Έτσι
γίνεται η κατοχή «καθ’ όλους τσ’ κανόνες».
Πιάσαν ένα πλάγιο μονοπάτι, και περνούσανε την
άκρην άκρη του χωριού ανεβαίνοντας ήσυχα. Από τα
ξύλινά τους λιακωτά, που βλέπανε κατά το μονοπά-
τι, προς τα περιβόλια, είτε από τα σκουντουφλά μικρά
παράθυρα, προβαίνανε για μια στιγμή γοργά κεφάλια
γυναικών και βιαστικά χανόνταν. Κάπου πρόβαλε και
μια γριά από το χαγιάτι της και κοίταξε ψυχρή· στην
καλημέρα των ανθρώπων που περνούσαν από κάτου
απόκριση η γριά δεν έδωσε. Ο νωματάρχης έσφιγγε τα
φρύδια και κουνούσε το κεφάλι είτε για να φοβερίσει,
είτε για να δείξει πως έβλεπε άσκημα τα πράματα. Οι
χωροφυλάκοι, κατά τη διαταγή του, είχανε γιομάτα τα
τουφέκια. Του κυρ-Αγαλίδη η απόπληχτη μορφή έπαψε
να παραδέρνεται· είχε γίνει πιο μακρουλή και μόρφαζε
παράξενα σαν προσωπίδα. Μοναχά τα μάτια του δου-
λεύανε και το στόμα του έμεινε μισάνοιχτο. Είχε κοπεί
κι ο ιδρώτας του. Ο νωματάρχης πήγε πιο κοντά του.
Προσοχή μεγάλη, κυρ-νωματάρχη, να μη δώσει κα-
νένας αφορμή... να πει θέλησε ο Αγαλίδης, και σταμάτη
σε.  

Η μιλά του είχε χάσει κι αυτή τη φυσική θωριά της.
Αφορμή, θα τη δώσουν αυτοί πρώτοι, έγνοια σου,
κυρ-Αγαλίδη! Αν δεν τη δώσουν, το καλύτερο γι’ αυτούς.

Η φωνή του νωματάρχη είχε γίνει σταθερότερη, κ’ η
όψη του είχε διώξει κάθε ανησυχιά. Ο νωματάρχης μάζευε  τη δύναμή του όσο προχωρούσε πιο κοντά στον κίντυνο.
Σε μια του μονοπατιού στροφή ανοίχτηκε μπροστά
τους ένα πλατύδρομο ανηφορικό, που πήγαινε από το
χωριό ίσα να χτυπήσει στου πύργου την αυλόπορτα, δι-
άπλατα ανοιγμένη και βγαλμένα τα θυρόφυλλα. Ως τρι-
άντα βήματα πιο μέσα ήταν η σκάλα η πέτρινη με τα
δυο πλαγινά της ανεβάσματα, και στη μέση, κάτου από
το κεφαλόσκαλο, ήταν η θύρα η θολωτή και κλειδωμέ-
νη, με τα φύλλα της σιδεροσκέπαστα. Ήτανε των κελα-
ριών η θύρα, κι από πάνου ο πύργος ο βαρύς, παλιός
μα και καλοστεκούμενος, ίσως κρατώντας πριν απ’ της
Τουρκιάς τα χρόνια, τώρα, όμως, σφαλισμένος κι έρη-
μος, χωρίς ψυχή ανθρώπου μέσα.
Άξαφνα πλάι απ’ την αυλόθυρα προβάλαν από το
χαντάκι, που περίζωνε του πύργου την τοιχογυρισιά,
βαθύ χαντάκι όλο ξερό χορτάρι, προβάλαν ήσυχα, σα να
θερίζαν τάχα τα ξερόχορτα του χαντακιού, πολλές γυ-
ναίκες, κι ανεβήκαν το χαντάκι και σταθήκανε γραμμή,
και κοιτάζανε χαζά κι αθώα τάχα, τη συνοδιά, που όλο
κι ερχότανε κοντύτερα.
Ώρα καλή, για πού με το καλό; είπε μια από τις
γυναίκες σφίγγοντας τους αγκώνες στα γοφιά, ξερακια-
νή γυναίκα που είχε τα χρονάκια της, όλη κακία στην
όψη και με προκλητική λαλιά.

Από τους ξένους κανένας δεν της απεκρίθηκε.
Από δω δεν πάει ο δρόμος, λέω! είπε η γυναίκα
δυνατότερα· θέλετε το χωριό; Να, από κει βγαίνει στο
χοροστάσι! Εδώ είναι η αποθήκη του χωριού, κ’ είναι
καλά κλεισμένη.
Άλαλος ο νωματάρχης από το θυμό του, τράβηξε ίσα
να περάσει. Μ’ ένα μονάχα κίνημα σκύψαν οι γυναίκες
και στα χέρια τους αστράψανε δρεπάνια, κλαδευτήρες,
λισγάρια, βολοκόπια, ακόμα και τσεκούρια – κ’ οι ποδιές τους φορτωμένες λιθάρια, καθώς δείχνανε.
Κυρ-νωματάρχη, με τις γυναίκες θα τα βάλουμε;
είπε ένας από τους χωροφυλάκους, ο πιο γεροντωπός·
άσ’ τες να πάνε στην οργή!
Οι άντρες σας θα τα πλερώσουν! είπε ο νωματάρ-
χης μανισμένος.
Οι γυναίκες γελάσανε σκαστά, και τους αφήσανε να
φύγουν· και στέλναν από πίσω τους κάθε λογής φοβέ-
ρα με χέρια, με ματιές κι ακονισμένες γλώσσες. Ύστε-
ρα στρωθήκαν πάλι στα χορτάρια απάνου, και μείνα-
να βουβές.
Η συντροφιά τώρα πήρε άλλο κατηφορικό δρομάκι,
έτσι στα τυχερά, κι έχοντας μπροστινό το νωματάρχη
πάντα, έφτασε στου χωριού το πλάτωμα. Κατά το ένα
του πλευρό ήτανε παλιοκκλήσι, στ’ άλλο αντίκρυ μεγάλο ισόγειο σπίτι με θύρα τοξωτή στενή και δυο πολύ μικρά παράθυρα, ψηλά στον τοίχο, και τα δυο κατάκλειστα,
σπίτι πέτρινο βαρύ, παλιά ίσως αποθήκη του σπαή τουΤούρκου. Της θύρας το ’να φύλλο ήταν ανοιχτό λιγάκι,και το φως της μέρας έλαμπε από μέσα του λαμπρό,σημάδι πως θα ’χε από τ’ άλλο του πλευρό πλατιά παράθυρα ή και χαγιάτια πρόσχαρα, το σπίτι αυτό τοτόσο βαρυπρόσωπο στην όψη του. Τέλος στη μέση απότο πλάτωμα γέρικη πλατάνα γέμιζε με τον ίσκιο της τοκυκλωτό πεζούλι, το χτιστό τριγύρω. Και στο πεζούλι αυτό καθόνταν άφωνοι, σταυροπόδι στην αράδα, πέντ’έξι οχτώ χωριάτες, και θα ’ταν ίσως του χωριού οι προεστοί και κάνανε το σοβαρό, κι ουδέ γυρίσανε κατά τοθόρυβο που σήκωσαν οι ξένοι με την παρουσία τους.

Ο νωματάρχης βρόντησε κάτου της καραμπίνας το
κοντάκι.
Ωρέ πάρεδρε, παλιέ κοτζάμπαση, είπε άγριος, δεν
έχει άντρες το χωριό, παρά στείλατε να μας συναπαντήσουν οι γυναίκες; Δεν ξέρετε πως ό,τι κάνουνε τα θηλυκά, το βάρος πέφτει στο χωριό σας; Ε, δεν το ξέρεις,
γερο-Ανάστο;
Το ξέρω, και καλά! είπε ο Ανάστος ήσυχα, μόλις
στρίβοντας την πλάτη για να δώσει απόκριση. Τι βάνεις
στη μέση τις γυναίκες; Το χωριό είναι στις προσταγές
σου, καπετάν Ζάχο!
Ποιος βάνει τις γυναίκες, ωρέ; Εγώ ή εσείς τις βά-
λατε; είπε ο νωματάρχης παράφορος· δεν ξέρεις πως
σ’ εμένα δεν περνάνε χωρατά; Τι γυρεύουν οι γυναίκες
αρματωμένες γύρω από τον πύργο;
Oι γυναίκες πήγανε να κόψουν χορτάρι, και γι’
αυτό...
Χορτάρι κυριακάτικα, τίνος τα πουλάς αυτά; είπε
ο νωματάρχης όξω από τον εαυτό του· ήθελες να ξαπλώ-
σω καμπόσες καταής για να περάσω, και να τσακίσω
την πόρτα με τον υποκόπανο;
Τότε άλλος χωριάτης, μεσόκοπος, σηκώθηκε κι έκαμε
ένα κίνημα περίεργο με το χέρι, που δεν ξέφυγε τη μα-
τιά του νωματάρχη, κίνημα προσοχής σ’ άλλους χωριά-
τες που μπορεί να φυλάγανε στα σπίτια γύρω· κ’ είπε
απλά τάχα σα να παραξενευόταν ο αθώος ο άνθρωπος.
Γιατί τόση σαλαγή, κυρ-νωματάρχη; Μας αποπή-
ρες, κι εμείς δε σας είπαμε ακόμα το καλώς ήρθατε. Κο-
πιάστε, καθίστε! Κι από δω, ποιος είναι η αφεντιά του;
O νωματάρχης ούτ’ έδειξε πως είχε ακούσει. Ο Αγα-
λίδης τον είχε σύρει πάρα πέρα ανήσυχος για την κακήν
αρχή που ’παιρνε η γνωριμιά του με το χωριό, και πά-
σκιζε να μαλακώσει την αγριάδα του. Μα ο Ζάχος μόλις
τον άκουγε κι αυτόν, και τα μάτια του στριφογυρίζαν
και ξετάζαν όλες τις γωνιές. Ένας ένας από τα στενά
δρομάκια του χωριού ξετρυπώναν άλλοι Πασπαλιώτες
ήσυχα, σαν τα ζουλάπια, όλους τους χωρίς άρματα, μ’
ένα ραβδί στο χέρι μοναχά, και φέρνανε το γύρο γύρο
του μεσοχωριού, κι όλο στενεύανε τον κύκλο κατά την
πλατάνα. Του νωματάρχη η όψη μαύρισε, γίνηκε τραχιά
 σαν πέτρα. Σφίγγοντας στα δυο χέρια το τουφέκι έτοι-
μο, πήγε ίσα απάνου σ’ ένα χωριάτη που είχε έρθει πιο
κοντά στο πεζούλι.
Φεύγα από δω, ωρέ, σύρε στο λύκο, μη σε βρει
κάνα κακό!... Και σεις, λογιάστε δω, προεστοί του χω-
ριού· ψυχή να μη φανεί στο μεσοχώρι όσο είμαι δω! Ούτε
άντρας, ούτε και γυναίκα... Ξέρω γω τι λέω! Αλλιώς, θα
’χουμε κούρταλα!
Σαν τι κούρταλα θα ’χουμε, κυρ-νωματάρχη; είπε
ο δεύτερος προεστός, ο αθώος τάχα κι ο ήσυχος· εμείς
ακόμα δεν ξέρουμε το πώς, με το καλό, κοπιάστε στο
χωριό μας...
Το ξέρω γω καλά, και το ξέρεις και του λόγου σου!
Μπήκε στη μέση πάλι ο Αγαλίδης· τα ’χε χαμένα από
το φόβο του· τράβηξε το νωματάρχη πιο ανοιχτά από
τους χωριάτες, και μ’ απελπισμένα λόγια και κινήματα
άταχτα πάλαιψε να του μερώσει το θυμό. Κι όσο ο νω-
ματάρχης μέρευε, τόσο γινόταν πιο συννεφιασμένη η όψη
του. Πρόβλεπε το που ήτανε κοντά να ξεσπάσει αυτό
το συναπάντημα. Κ’ οι προεστοί ακόμα καθισμένοι στο
πεζούλι σταυροπόδι, σα να μην τους καιγότανε καρφί...
Από δω είναι ο καινούριος νοικοκύρης του χωριού,
ο κυρ-Αγαλίδης, τον ξέρετε καλά· ήρθε να κάμει κατοχή
στο χτήμα του, αφού κέρδισε την υπόθεση στα δικαστή-
ρια! είπε ο νωματάρχης.
Μιλούσε μ’ έναν τρόπο σα να ’τανε τα λόγια του
άχρηστα, σα να ’χε πάρει την απόφαση πως όλα, λό-
για και πράματα, ήτανε χαμένα, κ’ είχε απελπιστεί από
την αρχή.
Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα! είπε ο αθώος προεστός
απορώντας, με την προβατίσια του μορφή.
Στους χωριανούς σου να τα πουλάς αυτά! είπε ο
νωματάρχης.
Μην ανάβεις έτσι, κυρ-Ζάχο, είπε ο γεροντότερος.
Λοιπόν ύστερα; Χαιρόμαστε για τη γνωριμιά.
Κανένας τους δεν έκαμε κίνημα να χαιρετήσει. Ο νω-
ματάρχης έφερνε σ’ όλους γύρω την αστραφτερή μα-
τιά του.
Η απόφαση γίνηκε εχτελεστή, κι έχω διαταή να
σας κοινοποιήσω την απόφαση. Κηρύχτηκε δω και πέ-
ντε μέρες. Έφερα και τους κλητόρους.
Ο ένας από τους κλητόρους είχε ανοίξει τα χαρτιά
του, κι έσκυβε με ζαρωμένα φρύδια, πολύ σοβαρός στ’
αξίωμά του, μα ίσως πιο πολύ απ’ το φόβο του.
Να διαβάσω; ρώτησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι.
Καρτέρα, ωρέ πατριώτη! φώναξε ο γερο-προεστός,
με γέλιο ψεύτικο· τι βιάζεσαι έτσι; Αυτά είναι πίσημα
πράματα, και θα τ’ ακούσουμε ύστερ’ από το φαΐ... και
να ιδείς που ακόμα δεν ήρθε το ρακί· στείλαμε στο χάνι
ν’ αγοράσουμε...
Αφού δεν έχει το χωριό ρακί, ας λείπει, μην πει-
ράζεστε! είπε ο νωματάρχης.
Θα ’ρθεί, είπε ο προεστός πρόθυμος. Λοιπόν, τι
λέγαμε;
Ό,τι είχαμε να πούμε το ’παμε! είπε ο νωματάρχης,
κι έβγαλε από το σακούλι ένα παγούρι και τράβηξε μια
ρουφηξιά, για προσβολή στους αφιλόξενους χωριάτες.
Έχει δίκιο ο κυρ-Ανάστος! είπε ο Αγαλίδης ήρεμα.
Ας τα πούμε πρώτα φιλικά.
Οι χωριάτες κάναν τόπο να τονέ βάλουνε στη μέση
να καθίσει.
Δε μπορώ σταυροπόδι, είπε ο Αγαλίδης αγαθά, με
συμπαθάτε! Ορθός θα μείνω.
Οι χωροφυλάκοι είχανε τραβηχτεί, και καθίσανε πιο
πέρα στο πεζούλι, μα ο νους τους ήτανε και στα μιλή-
ματα, και σ’ όλα γύρω. Παλιοί στρατιώτες, που ξέραν
και περάσανε πολλά.
Λοιπόν τι ορίζετε; άρχισε ο Ανάστος· κάτι λέγατε.
Εύμορφο είναι το χωριό σας! είπε ευγενικά ο Αγα-
λίδης.
Τώρα είναι τσ’ αφεντιάς σου! είπε ο Ανάστος ξερά,
κι έσκυψε να ξύσει με το νύχι το ποδάρι του.
Πώς να σας το πω... και δικό σας και δικό μου·
πρώτα δικό σας...
Ας είσαι καλά! είπανε μονοκοπανιά οι χωριάτες
με φωνή σα να την είχανε παραγγελιά.
Κι ο πλάτανος με τις δροσιές του... είπε ο Αγαλίδης 
σηκώνοντας ψηλά τα φρύδια στο κεφάλι, σα να ’θελε
λόγια να βρει μέσα στα πλατανόφυλλα που να τον κά-
νανε να μπει στο θέμα του.
Για την πλατάνα θέλεις να μας πεις; κι όλοι οι χω-
ριάτες τον κοιτάζανε χαμογελαστά παράξενα.
Και η εκκλησιά... για να ’ναι τόσο παλιά, θα είναι
και το χωριό πολύ παλιό...
Ο Αϊ-Αγάθωνας, να σας φυλάει... Ως τρακόσιω
χρονών, μπορεί και παραπάνου, έχουμε ακουστά! είπε
ο γέρος ακίνητος στον τόπο του. Ξέρουμε από τους
παλιούς μας, πάππου προσπάππου, ήταν ένας Τούρ-
κος μυλωνάς, κ’ είχε το μύλο κάτου βαθιά στο ρέμα. Τ’
όνομά του κανένας δεν το φύλαξε, μα είχε όμορφη γυ-
ναίκα... Ο μυλωνάς πλούταινε, δούλευε και τα χωράφια
γύρω· απόχτησε πέντε ζευγάρια, αμπέλι, βουκολειό κι
άλλα καλά. Είχε όμως πασπαλιάρη χριστιανό στο μύλο
του, όμορφο παλικάρι· τα ’ψησε με τη μυλωνού κι έπνι-
ξε μια νύχτα τον παλιότουρκο, κι ο μύλος του τον άλε-
σε· κι άφησε τη χήρα τη γυναίκα του ως το θάνατό της
άκληρη. Κι έμεινε ο Πασπαλιάρης νοικοκύρης, με χαρτί
ή χωρίς χαρτί, δεν ξέρουμε...
Με χαρτί! διόρθωσε ο αθώος προεστός.
Από τότε ο Πασπαλιάρης παντρεύτηκε, έκαμε παι-
διά κι αγγόνια, και χτίσαν το χωριό, σιγά σιγά... Απ’
αυτούς πήρε και τ’ όνομά του το χωριό. Απ’ αυτούς
κρατάμε κι εμείς όλοι, μια συγγενολογιά
Λοιπόν το χωριό άρχισε από φόνο; είπε ο Αγαλίδης,
κι έκοψε το λόγο του· κατάλαβε τ’ άκαιρό του χωρατό.
Οι χωριάτες, όμως, πρόθυμοι γελάσαν.
Ένα φόνο μοναχά; είπανε πολλοί μαζί· γενήκαν κι
άλλοι φόνοι πολλοί από τότε! Κάθε σπίτι έχει κι από
κάνα δυο σκοτωμένους.
Παλιά λησμονημένα πράματα! είπε ο Αγαλίδης μα-
λακά, θέλοντας ν’ αλλάξει της μιλιάς το δρόμο.
Όχι δα λησμονημένα! είπε ο πρωτόγερος αψά· όλα
τα φυλάμε εμείς οι χωριανοί.
Ο Αγαλίδης δεν ήξερε πια πώς να ξαναρχίσει την
κουβέντα, μα ο προεστός τον πρόλαβε.
Από τότε παίρνουμε γυναίκες από τα τριγυρινά
χωριά, συμμεταξύ μας δε συμπεθερεύουμε... Τι έλεγα;
Ύστερα ήρθανε χρόνια ανάποδα. Κλέφτες Αρβανίτες μάς
διαγουμίσανε πολλές φορές, μας κάψανε τα σπίτια... Τι
να κάμουμε, βάλαμε Τούρκο σούμπαση να μας φυλάει,
με πλερωμή. Αυτός από αγροφύλακας, μπεχτσής, σήκω-
σε κεφάλι και μας κάθισε σπαής, περήφανος αγάς, στη
ράχη μας. Να πογράψουμε χαρτιά κανείς δεν ήθελε από
τους παππούδες μας. Μια νύχτα πατήσαν το χωριό τρα-
κόσοι Αρβανιτάδες... Βλέπεις τούτη την πλατάνα; Δε-
κατρείς Πασπαλιώτες βρεθήκαν κρεμασμένοι την αυγή,
γύρα γύρα στην πλατάνα, αντίκρυ από την εκκλησιά.
Μολέψαν και την εκκλησιά... Τότε το χωριό παραδόθη
στον αγά. Τότε υπογραφτήκαν τα χαρτιά... Και το χωριό 
από «καριά» γίνηκε τσιφλίκι.
Καριγιέ, κεφαλοχώρι θέλετε να πείτε! είπε ο Αγα-
λίδης πρόθυμα.
Ας είναι κι έτσι! είπαν οι χωριάτες.
Από πότε αυτό, θυμάστε;
Δε θυμώσαστε! Οι παππούδες μας το ξέρανε κα-
λύτερα.
Και πληρώνατε φόρο στο σπαή, κεσίμι;
Αυτά είναι πιο παλιά πράματα, σπαϊλίκια... Εμείς
πλερώναμε αγαλίκι στον αγά, που κρατούσε το σόι του
από τον παλιό δραγάτη.
Πέστε το γήμορο, πέστε το φόρο επικαρπίας, το
ίδιο κάνει, διόρθωσε ο Αγαλίδης.
Πες το όπως αγαπάς η αφεντιά σου! είπαν οι χω-
ριάτες.
Γιατί δε φυλάξατε του αγά σας τα ταπιά;
Τον τελευταίο αγά τονέ σκοτώσαμε, άμα σηκώσα-
με άρματα. Πάει αυτός, τον πήρε το φεγγάρι, κι όλο το
σόι του μαζί! Κάψαμε και τα χαρτιά του...
Δεν κάματε καλά! είπε ο Αγαλίδης σοβαρός. Στην
Πόλη ζούνε κάποιοι κληρονόμοι του...
Οι χωριάτες καρφώσαν απάνου του τα μάτια τους
στενά και κρύα.
Το χωριό μας, και δικό μας να μην ήταν από τα
παλιά, κληρονομία μας από τους παππούδες μας, το κά-
μαμε δικό μας με το αίμα μας, με το σπαθί μας! είπε
 ξεκοφτά ο γερο-Ανάστος, κ’ οι άλλοι βάλανε το ναι με
τα κεφάλια τους.
Αφού αρχίσαμε να μιλάμε έτσι σα φίλοι, είπε ο
Αγαλίδης με χαμόγελα πλατιά, που, νόμιζε, γλυκαίνα-
νε τα λόγια του, μα αντί να μαλακώνουν τους χωριάτες
τούς αγριεύαν όλο και χειρότερα· παρακαλώ, αφήστε με
κι εμένα να πω δυο λόγια. Σεις είπατε τα δικά σας, κι
ας υποθέσουμε πως τούτη είναι η δίκη η αληθινή, πρώ-
τη και τελευταία, χωρίς δικηγόρους. Εγώ κι εσείς είμα-
στε στο ζήτημά μας δικηγόροι. Δικαστής μας η αλήθεια.
Δεκαπέντε χρόνια μάς κυνηγάς, αφέντη και κέρ-
δεψες τη δίκη σου, το ξέρουμε δα καλά κι εμείς! Τώρα
μας κοροϊδεύεις, ή τη χαλάς αυτή τη δίκη μοναχός σου;
ρώτησε ο «αθώος» ανοίγοντας κουτά το στόμα του.
Ο Αγαλίδης σώπησε για λίγο, και δεν ήξερε αν έπρεπε
να ξαναρχίσει. Μες στη σιωπή του, τα σάστιζε χειρότε-
ρα. Οι χωριάτες άσπλαχνοι σα δικαστές μπροστά του, κι
ένοχος αυτός, τονέ κοιτάζαν καρτερώντας την απολογιά
του. Ο νωματάρχης άκουγε με τ’ αφτί στημένο άγρυπνο,
μα η κρίση δεν τονέ βοηθούσε και πολύ. Οι χωροφυλά-
κοι είχαν ανοίξει τα σακούλια τους κ’ είχανε στρώσει
ν’ αρχίσουν το φαΐ με το μαυρόψωμο και με το ξερο-
τύρι. Ο γερο-χωροφύλακας είπα σιγά στο νωματάρχη:
Για να μας βλέπουνε να τρώμε, και να μη βγάνουμε
μιλιά, τούτοι οι γκαρισμένοι, δεν έχουνε τοιμάσει τίποτα
φαΐ, μηδέ για τον αφέντη τους. Κακό σημάδι, Ζάχο...
Βαστάτε τ’ άρματα στα γόνατα γερά...
Η απόφαση είναι τελεσίδικη! είπε ο νωματάρχης
δυνατά, με σκοπό να δώσει καρδιά στον Αγαλίδη, και
μιλώντας τάχα με το σύντροφό του. Η απόφαση θα γί-
νει εχτελεστή σήμερα, εδωγιά που τρώμε!
Εδωγιά που καθόμαστε, είπε ο γερο-προεστός,
λέγε μας ό,τι έχεις να μας πεις, αφέντη... Στερνά θα
δούμε τι θα γίνει.
Ο γερο-προεστός έδινε έτσι την απόκριση στα φοβε-
ρίσματα του νωματάρχη.
Έχω δω στο σελάχι δέκα ντάλματα για σύλληψες! ο
νωμοτάρχης έδωσε τη δική του απόκριση· δε μένει παρά
να βάλω τα νόματα... Η καλαμαριά βρίσκεται στο ζωστάρι
μαζί με τη χοντρομούρα που σκούργιασε τόσον καιρό...
Ο Αγαλίδης κίτρινος, με τον ιδρό στο μέτωπο, μη βρί-
σκοντας ησυχία στα δυο του πόδια, έριχνε ματιές απελ-
πισμένες κατά το νωματάρχη, και του ’γνευε να πάψει
πια. Ύστερα γύρισε και κατά τους χωριάτες. Αλλιώτι-
κοι τώρα του φανήκανε μπροστά του. Καθισμένοι πά-
ντα σταυροπόδι στο πεζούλι, μα τον κοιτάζαν όχι όπως
πρωτύτερα· τα πρόσωπά τους άσειστα σαν πετρωμένα,
τα μάτια τους γυαλιστερά σα φωτισμένα από παράξενη
φωτιά κατάκρυα, φόβο τού κάναν. Ένοιωσε πως ήταν
ο κατηγορούμενος, κι εκείνοι οι δικαστές του. Σάστισε,
κι άρχισε να μιλεί γοργά
Αφού αρχίσαμε, ας τελειώνουμε... Είναι μεσημέρι
περασμένο, στέκομαι κι ορθός, κουράστηκα πολύ, δεν
ήπια ένα ποτήρι νερό... Ήθελα να σας πω... ναι: Πα-
ρακαλώ, για να μη χάσω τη σειρά μου, ν’ αρχίσω από
την αρχή. Η γη αυτή, από τότε που κυριεύτηκε από το
Σουλτάνο τον Καταχτητή, έμεινε πάντα γη αφεντική.
Ύστερα γίνηκε τιμάρια, και μοιράστηκε στους σπαή-
δες· κάθε τιμάρι πήρε και τα σύνορά του. Ο πασάς που
’καμε την καταγραφή έθαψε κάρβουνα στα σύνορα του
κάθε τιμαριού...
Ήβραμε κι εμείς κάποτε κάτι τέτοια κάρβουνα!
ξεφώνισε ένας από τους χωριάτες, ο πιο νιος.
Οι τέσσερες προεστοί γυρίσαν τα κεφάλια τους μαζί
μηχανικά, σα να τους τα ’στριψε μια δύναμη κρυφή. Τα
μάτια τους τονέ λοχέψαν τον αδέξιον άνθρωπο σα να
’τανε καρφιά.
Τα κάρβουνα μπορεί να ’ταν από το τιμάρι το πα-
λιό, μα το δικό μας το χωριό είχε γίνει καριγιέ, όπως
είπε κι ο αφέντης από δω... Αν δεν κόβει το ξερό σου,
θέλει σπάσιμο! τελείωσε ο γερο-προεστός, ο Ανάστος.
Αυτό το ζήτημα το ’λυσε η απόφαση! είπε ο Αγα-
λίδης βιαστικά... Τώρα, αν εσείς πείτε καριγιέ κι εγώ
τιμάρι, ο καθένας στέκεται στη γνώμη του... Μα ας προ-
χωρήσω παρακάτου: Τα σύνορα του τιμαριού γραφτήκαν
από τότε, και μένουνε γραμμένα αχάλαστα στο μεγάλο
το κιτάπι, που το λένε...
Πλάκα! φώναξε ο γέρος· η πλάκα είναι στην Πόλη,
κ’ η δική μας είναι δω, στο παλιοπάπουτσό μας!
Και χτύπησε ο γέρος του τσαρουχιού τον πάτο με το
χέρι του σκαστά, και γέλασε ξεδιάντροπα.
Ένταλμα βρωμάει! είπε ο νωματάρχης μισόφωνα,
μιλώντας τάχα με το γέρο χωροφύλακα.
Η γη, λοιπόν, αυτή έμεινε ως τώρα γη αφεντική,
γιατί η επαρχία σας δε λευτερώθηκε με τ’ άρματα. Δεν
έγινε γη Ελληνική «δικαιώματι πολέμου», αλλά παρα-
χωρήθηκε...
Ωρέ, οι Έλληνες δεν πολεμήσαμε για επαρχία, πο-
λεμήσαμε για πατρίδα, όλοι μαζί, κι έχουμε ίσα δικαι-
ώματα! φώναξε ο Ανάστος.
Οι Τούρκοι ιδιοχτήτες πουλήσαν ειρηνικά τα χτήμα-
τά τους, κι ακόμα τα πουλούν... Από τους κληρονόμους
του Μουουρντάρ αγά εγώ αγόρασα τον Πασπαλά... Τα
πράματα είν’ απλά.
Δεν είναι τόσο απλά όσο το θαρρείς η αφεντιά
σου, αφού δεκαπέντε χρόνια πολεμάμε στα δικαστήργια!
είπε ο γέρος άγριος πρώτη φορά· με βλέπεις εμέναν’, ε;
Ο πατέρας μου τριάντα χρόνια πριν από την πανάστα-
ση γύριζε τα βουνά και Τούρκους σκότωνε· κατέβαινε
στον κάμπο Τούρκους σκότωνε· έτρεχε ακόμα και στα
πέλαγα και Τούρκους σκότωνε. Εγώ μικρός έζηγα μες
στις σπηλιές· δεν καταλάβαινα τι δαίμονα είχε ο πατέ-
ρας μου μες στην ψυχή του να σκοτώνει Τούρκους. Άμα
σκοτώθηκε απ’ τους Τούρκους, ήρθε ο δαίμονάς του και
φώλιασε μες στη δική μου την ψυχή. Τούρκους, λοιπόν,
κι εγώ! Άρχισε η πανάσταση, κατέβηκα τότε στο χωριό
μου, αρμάτωσα τους χωριανούς, κι αρχίσαμε τα ίδια
τα παλιά: Τούρκους, και πάλε Τούρκους!... Δε μου λες,
πότε κόπιασες στον τόπο μας;
—Κατά τα Εικοσιεννιά.
Την ήβρες έτοιμη τη λευτεριά... Άλλο δυναστή δε
βάνουμε πια στο κεφάλι μας. Αυτή είν’ η απόφασή μας!
Ο πόλεμος τελείωσε, είπε ο Αγαλίδης με χαμόγε-
λο που δεν το ζύγισε καλά εκείνη τη στιγμή· ο πόλεμος
τελείωσε, χαίρουμε για τις δούλεψες που κάματε στην
πατρίδα, όμως το χωριό ήτανε τσιφλίκι του Εμίν αγά,
και τώρα είναι δικό μου – και δικό σας· ο τελευταίος
κληρονόμος του ο Χασάν αγάς το πούλησε σ’ εμένα...
Όρκο σάς κάνω, δε θα πειραχτείτε στο παραμικρό! Μο-
ναχά τα παλιά δοσίματα...
Είναι κακοκέφαλοι, και δε σ’ ακούνε! φώναξε ο
νωματάρχης γελώντας βροντερά· είχε τραβήξει κι όχι
λίγο από την τσότρα.
Οι χωριάτες μέναν άσειστοι σαν πέτρινοι.
Τους ξέρω, τους γνώρισα καλά· γι’ αυτό άργησε
και η δίκη... είπε ο Αγαλίδης ξεθαρρεύοντας. Πού είσαι,
Ιορδάνη; Βάλε μου να φάω! Εδώ από κάτου στον πλά-
τανο θα ξαπλωθώ, και τ’ απόγευμα θ’ ανοίξουμε κα-
νονικά τον πύργο. Στρώσε μου τη χασιά στο πεζούλι!
Κυρ-Ζάχο, βιαστήκατε να φάτε.
Οι πέντε χωριάτες πηδήσαν αλαφρά από το πεζού-
λι. Ο γέρος άρχισε αργά και μετρημένα να μιλεί, μα
λίγο μίλησε:
O ίσκιος της πλατάνας είναι βαρύς για την υγειά
της αφεντιάς σου... Πατιέται ο τόπος από τις ψυχές των
κρεμασμένων...
Θέλω ν’ αναπαυτώ, αδελφέ! φώναξε ο Αγαλίδης
με παράτορη φωνή· κ’ ύστερα είπε μαλακότερα: Είναι
περασμένο μεσημέρι. Δεν είμαι μαθημένος έτσι· έχω
τάξη στο φαΐ και στην ανάπαψή μου... Τότε, ζητώ τη φι-
λοξενία σου, κοτζάμπαση, στο σπίτι σου! (ύστερα πάλι
δυνατότερα:) Τι ασπλαχνιά είν’ αυτή; Μέσα στο χτήμα
μου, τζάνουμ!
Το χωριό δεν έχει στρώμα ούτε ψωμί για τον αφέ-
ντη του!
Και οι πέντε προχωρήσαν ένα βήμα κατ’ απάνου του
ήσυχοι μα τρομεροί.
Ο Αγαλίδης τα ’χασε.
Καθώς βλέπω, τρέχω κίντυνο! φώναξε με ξινισμέ-
νη αλλόκοτη φωνή· χωροφυλάκοι, να με προστατέψετε!
Και τραβήχτηκε κατά τους χωροφυλάκους. Εκείνοι,
με πρώτο κίνημα, βρεθήκανε στο πόδι, σηκώσανε τους
λύκους, και τα δάχτυλά τους πιάσαν τα σκαντάλια. Με
δεύτερο, ανοίξανε και κλείσανε γύρω στον Αγαλίδη. Μα
τώρα αυτός τα ’χε χαμένα ολότερα. Έλεγε λόγια ασύδοτα
και ξεφωνούσε τα δίκια του και κλαιγότανε σα να τον
έδερνε κανείς.
Στον τόπο! φώναξε ο νωματάρχης· τα κλειδιά του
πύργου, γλήγορα!
Μ’ εσένα, νωματάρχη, το χωριό δεν έχει τίποτα!
Το χωριό σέβεται την αρχή... Άφησέ τον αυτόν να πάει
πίσω από κει που ’ρθε!
Τραβάτε! πρόσταξε ο νωματάρχης τους δικούς του·
ίσα στον πύργο!
Οι γυναίκες θα σας σπάσουν τα κεφάλια, είπε ο
γέρος· οι άντρες δεν τα βάνουνε με τις γυναίκες...
Τότε, μ’ εσένα θα τα βάλω, κερατά! είπε ο νωμα-
τάρχης και κατάφερε την κοντακιά ίσα στο κεφάλι του
κοτζάμπαση.
Ο γερο-Ανάστος έσκυψε και ξέφυγε το χτύπημα, μα
κράτησε γερά και το κοντάκι. Άλλος χωριάτης αγκάλιασε,
με το καλό, το νωματάρχη κι έπιασε κι εκείνος το του-
φέκι. Οι χωροφυλάκοι τότε πέσανε μες στους χωριάτες
και γινήκανε κουβάρι. Ο Αγαλίδης έμενε έτσι παραπί-
σω μοναχός κι ολότρομος. Έφερε γύρα τη ματιά του, κ’
είδε τους δυο δικαστικούς στην άκρη από το πλάτωμα
να του γνεύουνε βιαστικά. Έτρεξε κοντά τους.
Πάρε δρόμο, θα σε σκοτώσουν! είπε ο ένας τους.
Αυτός είν’ ο σκοπός τους... Γλήγορα, πάρε ποδάρι... Να
τοι, πλάκωσαν!
Εκείνη τη στιγμή ακουγόταν του γερο-Ανάστου η
 φωνή μεγάλη σα να ’τανε κραξιά και κάλεσμα, κι όχι
όπως την ήθελε το νόημά της.
Το χωριό δεν έχει τίποτα με την αρχή! Κανείς δεν
κάνει αντίσταση... Ακούτε, χωριανοί; Ακούτε χωριανοί;
Κανείς δεν κάνει αντίσταση!
Τότε, από πού ξετρύπωσε κείνο το χωριατοβρόχι τ’
αγριοπρόσωπο; Χωριάτες ως διακόσιοι ξεχυθήκαν από
τ’ αγκωνάρια τρέχοντας, βροντώντας τα τσαρούχια στα
λιθόστρωτα· κ’ ήτανε χωρίς άρματα, μοναχά με τις στραβές τις ράβδες τους.
Ο Αγαλίδης είχε ακούσει τη βοή που πλάκωνε· τυφλός
απ’ την τρομάρα του ρίχτηκε στη θύρα τη μισανοιχτή
του χαμηλού σπιτιού, την έκλεισε από μέσα και χάθη-
κε, γίνηκε άχνα. Οι χωριάτες, χωρίς να φέρουνε καμιάν
αντίσταση, κρατούσαν τους χωροφυλάκους κυκλωμένους, αν τοίχος ζωντανός τριγύρω τους. Τέλος ο νωματάρχης λευτερώθηκε απ’ το σιδερένιο σφίξιμό τους, μα λευτέρωσε και το τουφέκι του.
Κυρ-Αγαλίδη, πού είσαι; φώναξε ο νωματάρχης.
Μα καμιά φωνή. Συνταραχτήκαν τότε κ’ οι χωριά-
τες. Αλλάξαν πονηρές ματιές, φωνές πνιχτές αλλάξανε.
Μας έφυγε... κατά πού έγειρε... πέστε του κοντά...
Βλέπεις τι κάνεις, Ζάχο νωματάρχη; είπε ο γέρο
Ανάστος αυστηρά μαλώνοντας το νωματάρχη. Αν πά-
θει ο άνθρωπος, δικό σου είναι το βάρος! Τρέχτε να τον
προφτάξετε, παιδιά! Μην πάθει ο άνθρωπος... Φέρτε
τον πίσω, να τον πάμε στο κονάκι γλήγορα!
Δολερέ, τίνος τα πουλάς αυτά; είπε ο νωματάρχης τρίζοντας τα δόντια. Να πάθει ο Αγαλίδης, θα σου  πιω το αίμα, εσένα!
Μάζεψε το θυμό σου νωματάρχη! Είσαι αρχή, μη φοβερίζεις! Κάνεις περεσία στο χωριό, κ’ είμαι ο δημογέροντας εγώ!
Σκόρπιες τουφεκιές, φωνές που προσκαλούσαν και παρακινούσανε μια με την άλλη, ακουγόνταν όξω από
το χωριό και ξεμακραίναν.
Κυρ-νωματάρχη, είπε ο δεύτερος κοτζάμπασης ο μαλακός, ο αφέντης μας μπορεί να πάθει κι αλήθεια, μην ακούς το γέρο... Καλό θα ήτανε να τρέξετε βοήθεια
του. Μπορεί να τον κυνηγάνε τίποτα παλαβοί, τους ξέρεις... Είσαι λεύτερος να πας, αν αγαπάς...
O νωματάρχης έβαλε το χέρι στη χοντρομούρα, μα  κρατήθηκε. Οι τουφεκιές όλο και φτάναν από πιο μακρύτερα. Καθώς πιο ύστερα μαθεύτηκε, ο Αγαλίδης πέφτοντας μες στο σπίτι, ξάφνισε τις γυναίκες που κρυμμένες από μέσα ακολουθούσαν τα γινόμενα στο μεσοχώρι.
Ριχτήκανε να τον αρπάξουνε, μα τους άφησε στα χέρια το σακκάκι, πήδησε στο περιβόλι και βγήκε τρέχοντας  απ’ το χωριό.
Πάμε τώρα να μαζέψουμε τα κομμάτια του! είπε
ο νωματάρχης μαυροπρόσωπος.
Ώσπου να ξεμπλέξουν απ’ τα κατατόπια του χωριού,
είχε γίνει κιόλα το κακό. Οι χωριάτες όλοι αρματωμένοι  τ’ άρματά τους τα ’χανε κρυμμένα πίσω από τις πόρτες τω σπιτιών – είχανε χυθεί στον κάμπο μοιρασμένοι λίγοι

λίγοι, και ψάχνανε, τα μονοπάτια τα βαθιά. 

Ο Αγαλίδης
δε φαινόταν πουθενά... Είχε βγει από το χωριό χωρίς
ν’ απαντήσει ψυχή στην τρεχάλα του. Χώθηκε τυχερά
σ’ ένα μονοπάτι, κι έτρεχε σκυφτά μ’ όση δύναμη του
’δινε η τρομάρα και το χοντρό του το κορμί. Στη φευ-
γάλα του, δυο χωριανοί γυρίζαν απ’ το μύλο, τον είδαν
έτσι ξαφνικά και ριχτήκανε να τον αρπάξουν. Αυτός τούς έδειξε το πιστόλι και τους ξέφυγε. Οι χωριανοί βάλανε τις φωνές και του πέσαν καταπόδι του· με τα λιθάρια,
τον πετύχαν ίσα στο κεφάλι, μα δεν τον κράτησε η χτυ-
πιά. Με το μισό του πρόσωπο ματόπνιχτο, με το ένα
μάτι τυφλωμένο, έβανε ο φτωχός φτερά στα πόδια του,
κι έστριψε σ’ άλλο μονοπάτι πιο ρηχό. Τώρα δεν είχε
πια καιρό να σκύψει, να κρυφτεί. Στην παραζάλη του,
στο φρένιασμά του, γύρισε αθέλητα στα βήματά του...
Μπροστά του είχανε βγει άλλοι αρματωμένοι και τον
αντικόψανε. Με τα τουφέκια τού ρίξαν ίσα στο κορμί·
τονέ πετύχαν ή όχι, γύρισ’ εκείνος πίσω πάλι, μπήκε σ’
άλλο μονοπάτι, μα εκεί τον παραφύλαγε άλλη συντρο-
φιά, και του ’ριξε κατάστηθα. 

Κλονίστηκε, παραπάτησε, έπεσε και σηκώθηκε, βγήκε από το μονοπάτι κι έτρεξε  κατάκαμπα, και ξαφνικά κύλησε σ’ ένα βαθύ χαντάκι, ρέμα καλύτερα, που δεν το φαντάστηκε να του ’χει εκεί κι αυτό στημένο καρτέρι δολερό. Είχε πληγώσει χέρια και κορμί στ’ αγκάθια της κατηφοριάς που θέλησε να κρατηθεί. Ήβρε μια πέτρα γυαλιστερή μεγάλη κι' έσκυψε με πόνο να καθίσει. Οι φοβέρες κ’ οι φωνές δεν

ακουγόντανε γιατί πιο πάνου ο μύλος δούλευε, και το
νερό περνούσε στο μυλαύλακό του όχι μακρυά από τα
πόδια του Αγαλίδη. Γύρω του κι άλλες πέτρες γλιστε-
ρές λιωμένες δείχνανε πως ήτανε τω γυναικών εκεί τα
πλυσταριά. Έσκυψε να βρέξει το πρόσωπο με το νερό,
ένιωσε κάποιο ξαλάφρωμα και περίμενε. Έπαψε πια
να φοβάται. Είχε πάρει την απόφασή του. Περίμενε με
σκυμμένο το κεφάλι, αγκομαχώντας χωρίς ν’ αφήσει ν’
ακούγεται τ’ αγκομαχητό. Από πάνου ήσυχοι τον τριγυ-
ρίσαν οι χωριάτες και τον κοιτάζαν άλαλοι. Εκείνος ούτε
γύρισε να τους κοιτάξει. Κρατούσε χαλαρά στο χέρι το
πιστόλι του με δυο φωτιές, κι έδειχνε σα να μην ήξερε
τι να το κάμει. Ο μύλος γκρίνιαζε και φοβέριζε με τον
απόκουφο τον κρότο του. Νέκρα ολόγυρα κρατούσε.
Τι τονέ φυλάμε; ακούστηκε μια φωνή ψιλή, φωνή
γυναίκας που ’χε τρέξει από το μύλο.
Σηκώσαν όλοι τ’ άρματα και ρίξαν. Αμίλητος κι εκεί-
νος, σήκωσε το χέρι κι άδειασε τη μια φωτιά. Ένας χω-
ριάτης έπεσε μες στη ρεματιά. Ξαπλώθηκε κι ο Αγαλί-
δης ήσυχα, ακουμπώντας με το χέρι σα να ’θελε κάποια
ανάπαψη να βρει από τους τόσους κόπους του.
Ύστερα το κουφάρι του βρέθηκε πληγές γιομάτο από
βόλια, πετριές και μαχαιριές αμέτρητες. Γιατί οι χωριάτες  
είχανε στο ρέμα μέσα κατεβεί και τον είχανε τρυπήσει μ’ ό,τι βρέθηκε στα χέρια τους βολετό αργαλειό, και του
κάμαν το κουφάρι κόσκινο. Ύστερα τονέ γδύσανε, μα-
ζέψανε χορτάρια και του βάλανε φωτιά, ίσως από πο-
νηριά, για ν’ αφανίσουν τις πληγές του. Δεν προφτάσαν
όμως. Φτάναν οι χωροφυλάκοι.
Έρχονται οι σταυρωτήδες! Θα μας γνωρίσουνε!
Σκορπιστείτε!
Ο νωματάρχης φτάνοντας, όπου ξεχώριζε χωριάτη, έρι-
χνε αλύπητα. Εκείνοι όμως δεν είχανε σκοπό ν’ αντιστα-
θούνε στην αρχή· το ’χανε κηρήξει. Παίρνοντας το νερό
νερό τη ρεματιά, κι εκείθε, από μονοπάτια αγνώριστα,
μπήκανε στο χωριό, καθαρίσαν τα τουφέκια γλήγορα,
τα κρύψανε, βάλανε βίγλες να φυλάνε, και συναχτήκαν
ύστερα στο μεσοχώρι και τα λέγαν ήσυχα.
Λίγοι χωριάτες είχανε πληγωθεί από τους χωροφυ-
λάκους. Το σκοτωμένο δικό τους τον αφήσαν εκεί που
κοιτότανε. Και βέβαια θα δίνανε μαρτυριά μια μέρα
πως ο Αγαλίδης πρώτος είχε ρίξει. Οι βίγλες ήτανε τη
νύχτα ακοίμητες. Μα ο νωματάρχης έμεινε κοντά στο
μισοκαμένο κουφάρι του Αγαλίδη, σκασμένος από το
κακό του, αφού έγραψε κουτσά στραβά την αναφορά
του και την έστειλε στη χώρα. 
Το βρήκα εδώ :https://docplayer.gr/183136037-Ta-palikaria-ta-palia-kai-alla-diigimata.htm  στη σελίδα 133 (Πατρίδα Γη)

Δεν υπάρχουν σχόλια: