Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Mπορεί να πεθάνει ο μαυροπίνακας;

Ο δρ Μάνφρεντ Σπίτσερ

Στα σχολεία ο μαθησιακός πυρετός κορυφώνεται, καθώς το πρώτο τρίμηνο έχει φθάσει σχεδόν στο τέλος του. Οι επιδόσεις άρχισαν ήδη να δοκιμάζονται και να μοιράζονται οι πρώτοι βαθμοί. Και αν τα μαθητικά χρόνια φαντάζουν ξέγνοιαστα για τους μεγαλύτερους, για τα παιδιά ίσως και να μην είναι τόσο ρόδινα. Σε μια υπερσύγχρονη κοινωνία όπου καθημερινά οι μαθητές βομβαρδίζονται από τεχνολογικούς πειρασμούς και από συνεχείς προσθήκες στο ήδη βεβαρημένο πρόγραμμά τους, πώς μπορούν άραγε να βελτιώσουν τους βαθμούς τους και παράλληλα να «γυμνάσουν» τον εγκέφαλό τους ώστε να αφομοιώνει όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις; Ο αυστριακός «γκουρού» της ψυχιατρικής και επικεφαλής της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Ουλμ δρ Μάνφρεντ Σπίτσερ βρέθηκε στην Ελλάδα με αφορμή τη διάλεξή του στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Αναπτύσσοντας τις δεξιότητες στο διάβασμα» που διοργάνωσε το Ιδρυμα Ευγενίδου και μας ταξίδεψε στα άδυτα του εγκεφάλου. Εκεί όπου πραγματοποιούνται οι διεργασίες τις οποίες ονομάζουμε μάθηση. {AR}

«Είμαι επιστήμονας αλλά και γονιός» αναφέρει ο ίδιος στο «Βήμα».
  • «Οταν πριν από δέκα χρόνια τα παιδιά μου επέστρεφαν από το σχολείο, σκεφτόμουν ότι, ενώ από νευροεπιστημονικής απόψεως γνωρίζουμε τόσα πολλά γύρω από τη μάθηση, τίποτε από όλα αυτά δεν έχει εισαχθεί ακόμη στα σχολεία. Ετσι ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη μελέτη των εγκεφαλικών διεργασιών κατά τη διάρκεια της μάθησης. Το 2004 ίδρυσα το κέντρο Transfer Center for Neurosciences and Learning, βασικός στόχος του οποίου είναι η “μετάφραση” των αποτελεσμάτων ερευνών από τον τομέα της νευροεπιστήμης, για την ένταξή τους σε νηπιαγωγεία, σε σχολεία ή ακόμη και σε πανεπιστήμια. Σίγουρα κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο αλλά είναι σημαντικό».

Ανάγνωση και δημιουργία

Σύμφωνα με τον ειδικό, πίσω από τη διαδικασία της μάθησης κρύβεται η ικανότητα του εγκεφάλου να μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με τις εμπειρίες που αποκτά και επεξεργάζεται. «Είναι δηλαδή σαν ένα είδος περιφερειακού (hardware) το οποίο αλλάζει συνεχώς, λειτουργικά και δομικά, ανάλογα με το λογισμικό (software) που καλείται να “τρέξει” – σκεφτόμαστε, αντιλαμβανόμαστε, κάνουμε ένα σωρό πράγματα με τον εγκέφαλό μας και όλα αυτά αλλάζουν ανάλογα με τα όσα συναντούμε στην πορεία. Αυτό ονομάζεται νευροπλαστικότητα, ή αλλιώς μάθηση» μας εξηγεί ο δρ Σπίτσερ.

Η διαδικασία της ανάγνωσης, κατά τον δρα Σπίντσερ, είναι πολύ δημιουργική, καθώς το μόνο που έχουμε μπροστά μας είναι «βουβά» γράμματα και χαρακτήρες σε ένα χαρτί, τα οποία καλούμαστε να «ζωντανέψουμε». «Ο εγκέφαλός μας είναι φτιαγμένος ώστε να μπορεί να μεταφράζει τις γραφικές παραστάσεις που προσλαμβάνει σε φωνητικά ερεθίσματα και στη συνέχεια σε σημασιολογικές έννοιες. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη μετάφραση των ακουστικών ερεθισμάτων (όταν ακούμε μια ιστορία) αλλά σε πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα. Για παράδειγμα, η διαφορά μεταξύ των φθόγγων “μπα” και “πα” αγγίζει μόλις τα 40 χιλιοστά του δευτερολέπτου (mSec). Παρ’ όλα αυτά, αν ο εγκέφαλος δεν μπορεί να διακρίνει τη διαφορά μεταξύ των δύο, τότε κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε δυσκολία κατά την ανάγνωση και κατά συνέπεια σε μαθησιακά προβλήματα» μας λέει ο ειδικός.

Διάγνωση της δυσλεξίας πριν από το σχολείο!

«Γνωρίζουμε ότι περίπου το 85% των μικρών παιδιών αντιμετωπίζουν σε έναν βαθμό το συγκεκριμένο ακουστικό πρόβλημα. Κάτι τέτοιο μπορεί να οφείλεται στις δέσμες νευρικών ινών περιοχών του εγκεφάλου που σχετίζονται με την επεξεργασία του ήχου, οι οποίες παίζουν “πινγκ-πονγκ” μεταξύ τους ανταλλάσσοντας πληροφορίες. Εκεί λοιπόν η ταχύτητα της αγωγιμότητας παίζει καθοριστικό ρόλο. Αν οι ίνες αυτές δεν είναι καλά σχηματισμένες, τότε ο εγκέφαλος δεν θα είναι σε θέση να ξεχωρίζει δύο κοντινούς φθόγγους. Από νευροεπιστημονικής απόψεως, η δυσλεξία είναι δυνατό να διαγνωσθεί σε πολύ μικρές ηλικίες, προτού δηλαδή το παιδί μάθει να διαβάζει και να γράφει» υποστηρίζει ο δρ Σπίτσερ. «Η θεραπεία πραγματοποιείται με τη βοήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών και ουσιαστικά “τεντώνουμε” τον ήχο των δυσδιάκριτων φθόγγων, με αποτέλεσμα η χρονική απόκλιση μεταξύ του “πα” και του “μπα” να διπλασιάζεται. Ετσι τα παιδιά μπορούν να διακρίνουν και να κατανοήσουν τη διαφορά και στη συνέχεια εφαρμόζουν τα όσα έχουν μάθει για την αποκωδικοποίηση πραγματικών ήχων».

Η διαδικασία της μάθησης όμως δεν σχετίζεται μόνο με την ανάγνωση αλλά και με τον προφορικό λόγο.
  • «Για τον άνθρωπο η εξιστόρηση γεγονότων ή εμπειριών είναι ό,τι και οι προσομοιωτές πτήσης για την αεροπορία. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση “Science”, ο άνθρωπος αφιερώνει κατά μέσο όρο τέσσερις ώρες σε συζητήσεις με πυρήνα την εξιστόρηση γεγονότων και εμπειριών, όμως μόλις τέσσερα λεπτά στην αναπαραγωγική πράξη.
  • Βλέπουμε λοιπόν ότι παρά το γεγονός πως το σεξ αποτελεί σημαντικό μέρος της ζωής μας, δεν ξεπερνά χρονικά την εξιστόρηση εμπειριών. Οπότε οι ιστορίες αυτές είναι μεγίστης σημασίας για την εξέλιξή μας – τόσο τη δική μας όσο και του εγκεφάλου μας» αναφέρει ο αυστριακός επιστήμονας. «Σύμφωνα με νέα ευρήματα που παρουσιάστηκαν πριν από λίγες ημέρες στο ετήσιο συνέδριο “Neuroscience 2011” στην Ουάσινγκτον, η ακρόαση και η ανάγνωση μιας ιστορίας ενεργοποιούν τελικά το ίδιο δίκτυο εγκεφαλικών περιοχών».
Μιλάτε στα παιδιά!

Το πρόβλημα της δυσλεξίας, σύμφωνα με τον επιστήμονα, μπορεί να έχει γονιδιακό αλλά και περιβαλλοντικό υπόβαθρο. Γονιδιακό γιατί, όπως εξηγεί, κάποια γονίδια ενισχύουν τις πιθανότητες λανθασμένης «καλωδίωσης» του εγκεφάλου και περιβαλλοντικό, σε περίπτωση απουσίας του προφορικού λόγου στην οικογένεια. «Αν δεν υπάρχουν αρκετά ερεθίσματα, δηλαδή αρκετή ομιλία από το οικογενειακό μας περιβάλλον, τότε ο εγκέφαλος δεν μαθαίνει να απορροφά γνώση. Πιστεύω λοιπόν ότι οι γονείς πρέπει να ξεκινούν να μιλούν στα παιδιά τους από πολύ νωρίς. Ως ψυχίατρος, γνωρίζω ότι οι μητέρες που πάσχουν από κατάθλιψη τείνουν να μιλούν λιγότερο στα παιδιά τους, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης μαθησιακών δυσκολιών. Αν όμως εκείνες διδάσκονταν να ασχολούνται περισσότερο με τα παιδιά τους, ενδεχομένως το πρόβλημα να μην ήταν τόσο μεγάλο» μας λέει.

Εξίσου καταστροφικές για την ανάπτυξη των γλωσσικών ικανοτήτων των παιδιών, προσθέτει, είναι η τηλεόραση και η χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή.
  • «Η προσωπική μου συμβουλή προς τους γονείς είναι να τα κρατήσουν μακριά από την τηλεόραση όσο περισσότερο μπορούν. Οπως επίσης και από τις νέες τεχνολογίες γενικότερα, ακόμη και στο σχολείο. Δεν υπάρχει μελέτη που να αποδεικνύει ότι η χρήση τους βοηθά τις μαθησιακές ικανόητες των παιδιών, αντίθετα υπάρχει πολλή παραπλανητική διαφήμιση γύρω από κάτι το οποίο δεν ισχύει» τονίζει.
Η κοινωνία του multitasking

Οι καλπάζοντες ρυθμοί της καθημερινότητάς μας μάς έχουν μεταμορφώσει σε «ζογκλέρ» δραστηριοτήτων. Κάτι τέτοιο, υποστηρίζει ο δρ Σπίτσερ, μειώνει τις εγκεφαλικές μας επιδόσεις. Η αμερικανική εφημερίδα «The New York Times» μάλιστα είχε δημοσιεύσει πρόσφατα άρθρο, σύμφωνα με το οποίο η αμερικανική οικονομία χάνει ετησίως περί τα 650 δισ. δολάρια ακριβώς επειδή οι εργαζόμενοι ασχολούνται με πολλά πράγματα ταυτόχρονα.

«Αρκετοί παιδαγωγοί υποστηρίζουν ότι επειδή ακριβώς ασχολούμαστε με πολλά πράγματα ταυτόχρονα στην καθημερινότητά μας, πρέπει να μάθουμε στα παιδιά να κάνουν το ίδιο – όχι δεν πρέπει!» ξεκαθαρίζει ο ειδικός.
  • «Επιστημονικά ευρήματα δείχνουν ότι ο εγκέφαλος δεν είναι δομημένος ώστε να παρακολουθεί δύο συζητήσεις ταυτόχρονα.
  • Και δεν μιλάω για απλές πράξεις που μπορούν να συνδυαστούν μεταξύ τους, όπως το να κρατάει μια μητέρα στο ένα χέρι το παιδί και με το άλλο να ανακατεύει το φαγητό. Αναφέρομαι σε επικοινωνιακό ή γλωσσικό multitasking, το οποίο είναι ανέφικτο.
  • Πειράματα έχουν δείξει ότι άτομα που χειρίζονται πολλά πράγματα ταυτόχρονα εμφανίζουν περιορισμένη ικανότητα στο να διώχνουν άχρηστες πληροφορίες, να “ζογκλάρουν” μεταξύ διαφορετικών πράξεων, να διώχνουν άχρηστες σκέψεις. Τα άτομα αυτά λοιπόν αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής».

ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟ ΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Σύμφωνα με τον αυστριακό ψυχίατρο, δεν υπάρχουν μαγικά κόλπα που μπορούν να μας μεταμορφώσουν σε Αϊνστάιν εν μια νυκτί. Ο εγκέφαλός μας, άλλωστε, είναι σαν έναν αθλητή που χρειάζεται καθημερινή προπόνηση προτού τρέξει στον μαραθώνιο. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό παίζει το εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο, κατά τον δρα Σπίτσερ, πρέπει να αλλάξει ριζικά.

  • «Το τρικ για κάποιον που επιθυμεί να βελτιώσει τις ικανότητές του στην ανάγνωση είναι να διαβάζει πολύ. Οι δυσκολίες κατά την ανάγνωση που εμφανίζουν αρκετοί μαθητές ενδεχομένως να συνοδεύονται από άλλα προβλήματα, όπως η έλλειψη ενδιαφέροντος για τα μαθήματά τους. Σε αυτό, βέβαια, σημαντικό ρόλο παίζει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που ακολουθούν τα σχολεία. Στα αγόρια, π.χ., δεν αρέσουν τόσο τα φιλολογικά μαθήματα σε σχέση με τα κορίτσια. Αν όμως στραφούμε προς θέματα που προσελκύουν το ενδιαφέρον τους, π.χ. πώς να κατασκευάσετε μια μηχανή ή οι βασικές αρχές του ποδοσφαίρου, τότε η ανάγνωση δεν θα τους ήταν αγγαρεία. Αντίθετα, αν τα κορίτσια διδάσκονταν για τη φυσική του κραγιόν, τότε είμαι σίγουρος ότι το ενδιαφέρον τους θα χτυπούσε κόκκινο» υπογραμμίζει. «Ενα επιπλέον σημαντικό στοιχείο που είδαμε να βοηθά τις μαθησιακές ικανότητες των παιδιών είναι η αισιοδοξία και τα θετικά συναισθήματα.
  • Αρα οι δάσκαλοι δεν πρέπει να διδάσκουν προκαλώντας άγχος στα παιδιά.
  • Ακόμη, οφείλουν να ενσωματώσουν το γνωστό (πραγματικός κόσμος) στο άγνωστο (νέες γνώσεις) με θετικό τρόπο ώστε τα παιδιά να μπορούν να συνδυάσουν τα νέα δεδομένα με κάτι που ήδη γνωρίζουν και να το μάθουν».

Πολέμιος της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών στα σχολεία, ο δρ Σπίτσερ γνωρίζει καλά ότι οι απόψεις του δεν είναι δημοφιλείς. Δεινός υποστηρικτής του μαυροπίνακα, των καλών εκπαιδευτικών και της πλούσιας βιβλιοθήκης, είναι της άποψης ότι πίσω από το σπρώξιμο των μαθητών προς αυτές δεν υπάρχει κανένα μαθησιακό όφελος παρά μόνο η αύξηση των κερδών των τεχνολογικών κολοσσών.

  • «Οι νέες τεχνολογίες στα σχολεία δεν πιστεύω ότι βοηθούν, ούτε καν υπό μορφή διαδραστικών προγραμμάτων» αναφέρει χαρακτηριστικά. «Εχω επισκεφθεί αρκετά σχολεία που φιλοξενούν τέτοια συστήματα και έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στο τέλος της ημέρας τα παιδιά μαθαίνουν κάτι όχι χάρη στις νέες τεχνολογίες αλλά επειδή συνδέουν τα νέα στοιχεία με τον πραγματικό – και όχι τον εικονικό – κόσμο. Το ίδιο πιστεύω και για τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης: οι πραγματικοί φίλοι είναι καλύτεροι από τα εικονικά avatars. Και δεν αναφέρομαι στη δυσκολία του διαχωρισμού του πραγματικού από τον εικονικό κόσμο, γιατί κάτι τέτοιο είναι διακριτό από το 8ο έτος της ηλικίας μας. Το πρόβλημα είναι ότι αν “τρέφουμε” τον εγκέφαλό μας μόνο με σκιές του πραγματικού μέσω του εικονικού κόσμου, τότε η πραγματικότητα γίνεται ρηχή. Δεν επεξεργαζόμαστε, δηλαδή, τις πληροφορίες αυτές με την ίδια βαρύτητα που θα τις επεξεργαζόμασταν σε περίπτωση που τις συναντούσαμε στην πραγματικότητα. Και το βάθος της επεξεργασίας αυτής σχετίζεται άμεσα με τη μνήμη» επισημαίνει.
  • Και η ικανότητα αυτοσυγκέντρωσης των μαθητών όμως δέχεται... «ηλεκτρονικό» πόλεμο. «Τα βιντεοπαιχνίδια μαθαίνουν στα παιδιά πώς να συγκεντρώνονται σε διαφορετικά σημεία της οθόνης. Αυτό πλασάρεται από τις εταιρείες ως ενίσχυση της προσοχής. Η προσοχή στο σχολείο όμως μεταφράζεται στην ικανότητα του να μπορεί κανείς να συγκεντρωθεί σε ένα πράγμα κάθε φορά. Και την ικανότητα αυτή ακριβώς “χάνουν” τα παιδιά όταν μαθαίνουν να συγκεντρώνονται στα πάντα. Πρόσφατη μελέτη μάς έδειξε ότι, αν δώσουμε σε έναν μαθητή μια παιχνιδομηχανή, τότε μέσα σε διάστημα τεσσάρων μηνών οι σχολικές επιδόσεις του θα κάνουν “βουτιά”».
--------------------
Blogger: Έχει αξία να ξαναδείτε τώρα, δυο παλιότερες εγγραφές:

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Το πείραμα με τους δέκα πιθήκους


Μια προσέγγιση για τα όσα ζήσαμε τις τελευταίες ημέρες, με όρους κοινωνικής μηχανικής


Το πείραμα που ακολουθεί, με τους πιθήκους, είναι ένα από μια σειρά πειραμάτων του καθηγητή Μίλγκραμ.

"Σε ένα κλουβί που έχουμε κλεισμένους 10 πιθήκους, κρεμάμε ένα τσαμπί μπανάνες. Όλοι οι πίθηκοι τρέχουν να πιάσουν το τσαμπί. Ένας από τους πιθήκους, ο πιο γρήγορος, φτάνει πρώτος στο τσαμπί. Εκείνη τη στιγμή, καταβρέχουμε με νερό με πολλή πίεση τους υπόλοιπους, που έχουν μείνει πίσω.
Αυτός που έτρεξε πρώτος και έπιασε το τσαμπί, τρώει τις μπανάνες και το ευχαριστιέται πολύ. Οι υπόλοιποι προσπαθούν να στεγνώσουν και να ξεπεράσουν το σοκ από το κατάβρεγμα.
Μετά από 1-2 ώρες, η κατάσταση της ομάδας των…πιθήκων επανέρχεται στο φυσιολογικό. Βέβαια, οι 9 που έφαγαν το κατάβρεγμα (και δεν έφαγαν μπανάνες), κοιτούν με κάποια ζήλια τον έναν που και τις μπανάνες έφαγε και το κατάβρεγμα το γλίτωσε.
Επαναλαμβάνουμε την ίδια ενέργεια, δηλαδή κρεμάμε ένα τσαμπί μπανάνες στο κλουβί. Τρέχουν όλοι, αλλά ο ίδιος πίθηκος, ο οποίος όπως είπαμε είναι ο γρηγορότερος καταφέρνει και πάλι να φτάσει πρώτος στο τσαμπί.
Εμείς ξανακαταβρέχουμε με πολλή πίεση τους υπόλοιπους, ενώ ο πρώτος τρώει επιδεικτικά τις μπανάνες που “κέρδισε δίκαια”, αφού ήταν ο γρηγορότερος. Επαναλαμβάνουμε το ίδιο 2-3 φορές.
Κάποια φορά, καθώς ξεκινάει ο γρήγορος να πιάσει το τσαμπί που τοποθετήσαμε εκ νέου, τον πιάνουν οι υπόλοιποι εννιά και τον κάνουν μαύρο στο ξύλο.
Βρίσκεται λοιπόν το τσαμπί στη θέση του για κάποια ώρα, χωρίς να συμβαίνει τίποτα. Κάποια στιγμή, ο γρήγορος ξαναπροσπαθεί να τρέξει προς το τσαμπί, αλλά οι υπόλοιποι τον ξαναπλακώνουν στο ξύλο, γιατί φοβούνται το κατάβρεγμα.
Μετά από μερικά ξυλοφορτώματα, ο γρήγορος “μαθαίνει το μάθημά του” και δεν ξαναπροσπαθεί. Μπορεί να προσπαθήσει και κάποιος άλλος, αλλά το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο: ξύλο από τους υπόλοιπους. Εδώ ξεκινάει το ενδιαφέρον της υπόθεσης.
Βγάζουμε από το κλουβί έναν από τους εννιά πιθήκους, αυτούς που καταβρέχαμε, όχι αυτόν που έφτανε πρώτος στο τσαμπί και βάζουμε έναν καινούριο πίθηκο, αντικαταστάτη.
Ο καινούριος πίθηκος, με το που βλέπει το τσαμπί με τις μπανάνες το οποίο φυσικά δεν ακουμπάει πλέον κανένας από τους “έμπειρους” της ομάδας ορμάει να το πιάσει. Οι υπόλοιποι εννιά, συμπεριλαμβανομένου και του παλιού “γρήγορου”, τον βουτάνε και τον κάνουν μαύρο στο ξύλο.
Ο παλιός “γρήγορος” μπορεί και να χαίρεται που τρώει και κάποιος άλλος ξύλο. Ο καινούριος δεν ξέρει γιατί τρώει ξύλο, αφού δεν είχε την εμπειρία του καταβρέγματος.
Μαθαίνει όμως πολύ γρήγορα ότι αν ξεκινήσει να πιάσει το τσαμπί, αυτό συνεπάγεται ξύλο από τους υπόλοιπους. Έτσι, ξαναβρισκόμαστε σε κατάσταση “ισορροπίας” μέσα στο κλουβί, δηλαδή υπάρχει ένα τσαμπί μπανάνες το οποίο δεν πάει να πιάσει κανείς. Ξανά-αλλάζουμε έναν από τους παλιούς 8 πιθήκους (όχι τον παλιό “γρήγορο” και όχι τον νέο ξυλοφορτωμένο) με έναν αντικαταστάτη.
Όπως καταλαβαίνετε, γίνεται η ίδια ιστορία της προηγούμενης παραγράφου, μέχρι να τους αλλάξουμε όλους (τελευταίο βγάζουμε τον παλιό “γρήγορο”, τον πρώτο που έφαγε ξύλο στην αρχή της ιστορίας).
Τι έχουμε λοιπόν; Έχουμε ένα τσαμπί μπανάνες, μέσα σε ένα κλουβί με 10 πιθήκους, από τους οποίους κανείς δεν τρέχει να το πιάσει, και κανείς δεν ξέρει γιατί (δεδομένου ότι κανένας τους δεν ήταν στην αρχική ομάδα που έφαγε το κατάβρεγμα)".
Μια άλλη εκδοχή του πειράματος
Έχουμε λοιπόν 10 νέους πιθήκους στο κλουβί και ένα τσαμπί μπανάνες άθικτο. Στη “συλλογική” μνήμη των οποίων είναι εγγεγραμμένο ότι το “κοινωνικά πρέπον” είναι να μην ακουμπάμε το τσαμπί γιατί το απαγορεύει ο νόμος. Όποιος προσπαθεί να το πλησιάσει, τις τρώει.
Το αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι αυτός που πάει να πιάσει τις μπανάνες εξ ενστίκτου, δεν μπορεί να καταλάβει γιατί τιμωρείται έτσι σκληρά αλλά και οι υπόλοιποι δεν γνωρίζουν γιατί του τις βρέχουν, αφού κανένας τους δεν έχει βιώσει τις δύσκολες μέρες στο κλουβί με τα κυνηγητά και τα καταβρέγματα.
Η ζωή κυλάει ήρεμα στο κλουβί, με τις μπανάνες κρεμασμένες σε μια γωνιά που κανένας πίθηκος δεν τολμάει να τις ακουμπήσει. Οι μπανάνες έχουν γίνει πλέον “ιερές μπανάνες”. Δεν αποτελούν για την ομάδα προϊόν τροφής αλλά ταμπού.
Ας δούμε τώρα τι θα συμβεί στην ομάδα αν εφαρμόσουμε ένα είδος μνημονίου, σαν και αυτό που έχουμε εδώ με την τρόικα. Αν δηλαδή αρχίσουμε να περικόπτουμε την τροφή στους πιθήκους, με άλλα λόγια να πέσει πείνα στη ομάδα και το τσαμπί με τις μπανάνες θα αρχίζει να χάνει την άγια λάμψη του και να φαίνεται πάλι σαν λύση τροφής στην ομάδα.
Όσο θα κλείνουμε την στρόφιγγα του “μνημονίου” τόσο το μάτι των πιθήκων θα γυαλίζει περισσότερο… ώσπου κάποιο βράδυ, κάποιος πεινασμένος και εξαθλιωμένος πίθηκος θα την κάνει. Θα την πέσει στο τσαμπί.
Κακός χαμός, σίγουρα κάποιοι θα τον πάρουν είδηση αμέσως, μάλλον αυτοί που δεν κοιμόντουσαν αλλά σχεδίαζαν με ποιο τρόπο θα την πέσουν εκείνοι στις μπανάνες. Ο μάγκας να τρέχει μπροστά με το τσαμπί και 2-3 να τον καταδιώκουν. Ο κλέφτης όμως έχει βάλει ήδη την μισή μπανάνα στο στόμα.
Και φαΐ και τσαμπί και τρεχαλητό δεν γίνεται, τον προλαβαίνουν οι υπόλοιποι και αρχίζει η πάλη. Ενώ ο δόλιος παραβάτης περιμένει να τον σαπίσουν στο ξύλο, να τον διαμελίσουν ανοίγει τα μάτια και βλέπει τους καταδιώκτες του να έχουν πάρει το τσαμπί και να τρώνε ήσυχοι ήσυχοι τις μπανάνες μαζί με κάποιους που βρέθηκαν κοντά και ξύπνησαν από την φασαρία.
Απ´ αυτή την μέρα και μετά ο “ιερός κανόνας” έχει χαθεί. Χρειάζεται το πείραμα να ξαναστηθεί από την αρχή……χρειάζεται μάνικα!
Κάθε ομοιότητα με φυσικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική…

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Οταν οι μαθητές πεινάνε

Ενα κινεζικό ρητό λέει πως σ' αυτόν που πεινάει δεν δίνεις ψάρι, αλλά τον μαθαίνεις να ψαρεύει. Στο ρητό αυτό στηρίζουν ορισμένοι «αιρετικοί» οικονομολόγοι την άποψη ότι η αναπτυξιακή βοήθεια προς τις χώρες του Τρίτου Κόσμου είναι χαμένη υπόθεση, και ότι αντί γι' αυτήν θα έπρεπε η Δύση να εκπαιδεύσει τον πληθυσμό και να προωθήσει έργα υποδομής. Ο Αντερίτο Κούνια, πάντως, είναι υποχρεωμένος και να δίνει στους μαθητές του ψάρι και να τους μαθαίνει να ψαρεύουν. Γιατί στο λύκειο Ζέμα-Μπάρος της Κασέμ, μιας πόλης 20.000 κατοίκων κοντά στη Σίντρα, τα παιδιά πεινάνε. Και οι προοπτικές είναι ζοφερές, τόσο γι' αυτά όσο και για τη χώρα τους: η Πορτογαλία θα είναι το 2012 μια από τις λίγες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (μαζί με την Ελλάδα φυσικά) που αναμένεται να παρουσιάσουν ύφεση.
Ο Κούνια, που διδάσκει φυσικές επιστήμες, ήταν ο πρώτος που διαπίστωσε ότι οι μαθητές του πεινούσαν. «Δεν μπορούσαν να συγκεντρωθούν, ορισμένοι εμφάνιζαν τάσεις λιποθυμίας, έπρεπε λοιπόν κάτι να κάνουμε», λέει στον απεσταλμένο της «Λιμπερασιόν». Ηρθε λοιπόν σε επαφή με σούπερ μάρκετ, επιχειρήσεις και ιδιώτες. Ουσιαστικά μετέτρεψε το σχολείο σε Μη Κυβερνητική Οργάνωση, δίνοντας έμφαση και στις νέες τεχνολογίες. Κάθε βράδυ, στις 7, οι γονείς των μαθητών παραλαμβάνουν τα τρόφιμα που τους αντιστοιχούν. «Εξυπηρετούμε καμιά τριανταριά οικογένειες, όχι παραπάνω, γιατί οι προμήθειες είναι περιορισμένες», τονίζει. «Η διαφορά είναι αισθητή, τα παιδιά συγκεντρώνονται πολύ καλύτερα στην τάξη». Την ίδια ώρα, οι γονείς παρακολουθούν δωρεάν μαθήματα εξοικονόμησης ενέργειας ή ορθής διαχείρισης του οικογενειακού προϋπολογισμού...
Το φαινόμενο της φτώχειας δεν είναι καινούργιο στην Πορτογαλία, όπου ο ελάχιστος μισθός δεν ξεπερνά τα 485 ευρώ. Το 18% του πληθυσμού, κάπου 2 εκατομμύρια άνθρωποι (ανάμεσά τους και πολλοί συνταξιούχοι), ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Και μετά τα τρία πακέτα λιτότητας που εφάρμοσε η κυβέρνηση του Ζοζέ Σόκρατες, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί. Συσσίτια οργανώνονται σε κάθε πλατεία, ενώ η επαιτεία έχει αυξηθεί δραματικά. Σύμφωνα με το Ανώτερο Ινστιτούτο Οικονομίας και Διαχείρισης, η φτώχεια στη Λισαβώνα πλήττει το 40% των παιδιών. Η ανεργία, που στην Πορτογαλία δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα υψηλή, φτάνει σήμερα το 12,6%. Οι μισοί από τους 541.000 ανέργους δεν εισπράττουν καν επίδομα ανεργίας.
Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι το ιδιωτικό χρέος είναι κολοσσιαίο, επισημαίνει ο οικονομολόγος Ζοζέ Ρέις. «Στα χρόνια των παχέων αγελάδων, η μεσαία τάξη υπερχρεώθηκε αγοράζοντας σπίτια και πολυτελή αυτοκίνητα, και τώρα δεν μπορεί να ξεπληρώσει το χρέος της». Ο 48χρονος Μανουέλ μένει σε ένα καινούργιο διαμέρισμα στη Σίντρα. Πρόσφατα έχασε τη δουλειά του στο νοσοκομείο. Και καθώς πληρωνόταν μ' ένα σύστημα «πράσινων επιταγών», δεν δικαιούται καμιά αποζημίωση. Τώρα θα πουλήσει το διαμέρισμα και θα αναζητήσει δουλειά στην παραοικονομία. Ευτυχώς που δεν έχει παιδιά, είναι από τους τυχερούς.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Για τα σχολεία...

Για τα σχολεία...
... όπου δεν αντήχησε κουδούνι. Και όπου δεν θα ξαναντηχήσει ποτέ πια.
Η δυσχερής...
... οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα οι υπερχρεωμένες χώρες της Ευρώπης είναι τόσο πρωτόγνωρες και απρόβλεπτες που καμιά τους δεν μπορεί να πει «έχουμε ξαναζήσει τέτοια, θα περάσουν κι αυτά». Ομως κάποιες άλλες χώρες μπορούν. Δεν βλάπτει να δούμε πώς τα κατάφεραν αυτές να βγουν από τη «μαύρη τρύπα», πώς συγύρισαν τα οικονομικά τους και πώς τα παιδιά τους βοήθησαν σε αυτό. Η Φινλανδία είναι μια τέτοια χώρα. Στη δεκαετία του 1990, η οικονομία της είχε γίνει θρύψαλα. Η ανεργία της βρισκόταν στα ύψη και η παραγωγή της στα Τάρταρα. Τι έκαναν λοιπόν οι Φινλανδοί; Αύξησαν τις δαπάνες για την παιδεία και έτσι δεν άργησαν να βγουν από την ύφεση, σώζοντας την οικονομία και τη χώρα τους. Σήμερα, οι φινλανδοί μαθητές έχουν τις κορυφαίες επιδόσεις στην Ευρώπη, με δαπάνες 7% για την παιδεία. Οι υπερχρεωμένες χώρες της όχι μονάχα δεν διαθέτουν ούτε τις μισές, αλλά τις κόβουν και αυτές, προχωρώντας σε συγχωνεύσεις και λουκέτα στα σχολεία μικρών κοινοτήτων και χωριών, όπως επισημαίνει ο Τζον Μακένα στην ιρλανδική εφημερίδα «Ιντιπέντεντ». «Δεν θα φτιάξουμε όμως έτσι παιδιά που θα διακρίνονται στη μόρφωση και που θα μπορούν να ξαναστήσουν την οικονομία στα πόδια της», θρηνεί ο αρθρογράφος για τη δική του χώρα. «Θα φτιάξουμε παιδιά β' κατηγορίας και ισόβιους τροφίμους του ταμείου ανεργίας. Κινδυνεύουμε να κάνουμε μια δυσχερή κατάσταση ακόμη χειρότερη, κάνοντας ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που έκαναν οι Φινλανδοί».
Τι να κάνουµε;...
... αναρωτιέται ο αρθρογράφος. Και δίνει την απάντηση: να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε. Να κάνουμε αυτό που έκαναν οι Φινλανδοί, όταν είχαν και αυτοί προβλήματα παρόμοια με τα δικά μας: να επενδύσουμε στα παιδιά μας, επειδή όποια χώρα επενδύει στα παιδιά της, επενδύει στο μέλλον της. Τα παιδιά μας μπορούν να μας βοηθήσουν να βγούμε από τη «μαύρη τρύπα», αλλά μόνο αν τους απλώσουμε και εμείς το χέρι. Από την επιβίωση των μικρών σχολείων εξαρτάται η επιβίωση πολλών μικρών κοινοτήτων και χωριών. Τα σχολεία τους είναι αυτά που δίνουν στους κατοίκους τους ένα σημείο αναφοράς, ένα αίσθημα ταυτότητας. Στις δύσκολες στιγμές τα νιώθουν σαν ένα στήριγμα. Οσο και αν ερημώσουν οι αίθουσες και οι αυλές τους, πάντα θα αντηχούν από το κλάμα ή το γέλιο των παιδιών που έμαθαν γράμματα και αναστήθηκαν εκεί. Και σε αυτά κανείς δεν μπορεί να βάλει μια αγοραία αξία.
Οι χώρες...
... που βάζουν ένα αγοραίο κόστος στην παιδεία, αργά ή γρήγορα θα το πληρώσουν διπλό. Επειδή το όποιο «κέρδος» βάζουν έτσι στον κουμπαρά τους οι κυβερνήσεις στο παρόν, ανοίγει μια χαίνουσα πληγή στο σώμα της χώρας στο μέλλον.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

ΗΠΑ: Γιατί οι εκπαιδευτικοί και οι επικριτές τους αποτυγχάνουν

Του Chris Farrell
Εάν ρωτήσετε έναν εκτελεστικό διευθυντή μιας επιχείρησης για το εργατικό δυναμικό του μέλλοντος, εκείνος θα υποστηρίξει με θέρμη την ανάγκη βελτίωσης της απόδοσης των νηπιαγωγείων, των δημοτικών σχολείων και των γυμνασίων, τα οποία στις ΗΠΑ είναι γνωστά ως σχολεία «Κ-12». Επίσης θα παρατηρήσει ότι εδώ και χρόνια η Αμερική υστερεί στις διεθνείς αξιολογήσεις των μαθητικών επιδόσεων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα μαθηματικά και τη φυσική. Εντούτοις, οι κυβερνήτες πολιτειών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες περιστέλλουν τις δαπάνες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ κάποιοι πολιτειακοί ηγέτες προτείνουν ακόμη και δρακόντειες περικοπές. Τι δεν πάει καλά μ’ αυτήν την εικόνα;
  • Πολλοί κυβερνήτες και πολιτειακοί νομοθέτες πιστεύουν ότι το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα είναι στρεβλό. Εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις προωθούν την ατζέντα των εξετάσεων και της λογοδοσίας, συμπεριλαμβανομένου του νόμου της κυβέρνησης Bush «Κανένα Παιδί να μη Μείνει Πίσω» (NCLB, No Child Left Behind) αλλά και της πρωτοβουλίας της κυβέρνησης Obama «Αγώνας Δρόμου προς την Κορυφή» (Race to the Top). Από το 1981 έως το 2007, σε πραγματικές τιμές οι δαπάνες ανά μαθητή σχεδόν διπλασιάστηκαν, από 5.639 δολάρια σε 10.041 δολάρια αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα που μετρήθηκαν ήταν εν πολλοίς μέτρια. Από τις βολές κατά των εκπαιδευτικών συνδικάτων στο ντοκιμαντέρ Waiting for Superman, μέχρι την ίδρυση των σχολείων charter (τα οποία είναι δημόσια σχολεία που απολαμβάνουν αυτονομία και υπόκεινται σε διαφορετικό καθεστώς) με χρηματοδότηση φιλάνθρωπων ιδιωτών, υπάρχει μια άποψη η οποία υποστηρίζει ότι οι εκπαιδευτικοί και τα σωματεία τους είναι οι υπαίτιοι του εκπαιδευτικού ελλείμματος.
Η δαιμονοποίηση των δημόσιων εκπαιδευτικών και των συνδικαλιστικών τους σωματείων είναι κατά μεγάλο μέρος άστοχη και σε καμία περίπτωση δεν είναι εποικοδομητική. Από το 1983, όταν η επιτροπή εμπειρογνωμόνων της κυβέρνησης Reagan δημοσίευσε την έκθεση - ορόσημο με τίτλο «Έθνος σε Κίνδυνο» (Nation at Risk), κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για την επιτακτικότητα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, ο ενθουσιασμός κορυφώθηκε και στράφηκε προς διάφορες αλλαγές, οι οποίες κυμαίνονταν από τα εθνικά πρότυπα μέχρι τη μείωση των μαθητών ανά τάξη και αργότερα την ίδρυση των σχολείων charter. Ωστόσο, αυτό που διδαχτήκαμε από τις τελευταίες τρεις δεκαετίες είναι ότι δεν υπάρχει μαγικό ραβδί που θα μεταμορφώσει την εκπαίδευση από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε κάποιος αποκλειστικός υπαίτιος ο οποίος ευθύνεται για την κατάστασή της. Ο μεγάλος κίνδυνος με τον οποίο φλερτάρουν οι κυβερνήτες περικόπτοντας τους προϋπολογισμούς είναι να κάνουν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού ακόμα πιο απωθητικό. Προκειμένου να αποφευχθεί αυτό το δυσμενές ενδεχόμενο, το βάρος πέφτει στην ηγεσία των εκπαιδευτικών και των σωματείων τους, οι οποίοι πρέπει να δράσουν με αποφασιστικότητα και να προωθήσουν ριζικές αλλαγές, οι οποίες θα μπορούσαν αφενός να προσελκύσουν νέο αξιόλογο διδακτικό προσωπικό και αφετέρου να κρατήσουν τους υφιστάμενους εκπαιδευτικούς που αξίζουν. «Η πορεία της οικονομίας μας δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Αν δεν αναβαθμίσουμε ποιοτικά τα σχολεία μας, το μέλλον προμηνύεται δυσοίωνο», σύμφωνα με τον Eric Hanushek, παλαίμαχο εκπαιδευτικό οικονομολόγο του Ιδρύματος Hoover.

Η καλή διδασκαλία είναι σημαντική
  • Η ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού έχει σημασία. Σκεφτείτε τους καλούς καθηγητές που είχατε στο σχολείο. Τη δασκάλα στο δημοτικό χάρη στην οποία αγαπήσετε το διάβασμα, ή τον καθηγητή της φυσικής που σας ενέπνευσε να γίνετε γιατρός. Σκεφτείτε επίσης πόση ζημιά μπορεί να προκαλέσει ένας κακός δάσκαλος, από το να καταπνίξει τη δημιουργικότητα των μαθητών μέχρι να τους απομακρύνει από τη διδασκαλία στην τάξη.
  • Οι ακαδημαϊκές έρευνες επιβεβαιώνουν τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζουν οι εκπαιδευτικοί, έστω κι αν η μέτρηση και ο προσδιορισμός της ποιότητας στην εκπαίδευση παραμένει αμφιλεγόμενος. Παραδείγματος χάρη, ο Hanushek εκτιμά ότι οι πολύ καλοί εκπαιδευτικοί, οριζόμενοι ως οι εκπαιδευτικοί με μεγάλα μετρήσιμα κέρδη από την υψηλή βαθμολογία των μαθητών τους στις εξετάσεις, αξίζουν 400.000 δολάρια περισσότερα ετησίως σε δια βίου απολαβές των μαθητών μιας 20μελούς τάξης, σε σχέση με τους μέσης ποιότητας εκπαιδευτικούς. Ομοίως, μια ομάδα ακαδημαϊκών υπό την καθοδήγηση του Raj Chetty, οικονομολόγου του Πανεπιστημίου του Harvard, εξέτασε τις απολαβές περίπου 12.000 ενηλίκων που στις αρχές τις δεκαετίας του ’80 είχαν συμμετάσχει σε ένα εκπαιδευτικό πείραμα ενός νηπιαγωγείου του Τεννεσί. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικοί ενός μόνο ακαδημαϊκού έτους γέννησαν κέρδη σε απολαβές 214.000 δολαρίων για μια τάξη 20 μαθητών.
Ο τρόπος που προσλαμβάνεται το εκπαιδευτικό προσωπικό σε χώρες όπως η Σιγκαπούρη, η Φινλανδία και η Νότια Κορέα είναι ενδεικτικός. Σύμφωνα με τη συμβουλευτική εταιρεία McKinsey & Co, τα συστήματα των χωρών αυτών είναι από τα κορυφαία παγκοσμίως, καθώς το 100% του διδακτικού τους προσωπικού προέρχεται από το ανώτερο ένα τρίτο των απόφοιτων πανεπιστημίου. Εν αντιθέσει, στις ΗΠΑ το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνά το 23 τοις εκατό, ενώ στα πολύ φτωχά σχολεία το αντίστοιχο ποσοστό κατρακυλά στο 14%. Η συντριπτική πλειονότητα των 900 μαθητών από τους οποίους πήρε συνέντευξη η McKinsey & Co, οι οποίοι φοιτούσαν στα καλύτερα αμερικανικά κολλέγια, δήλωσαν ότι ο εκπαιδευτικός κλάδος δεν αποτελεί ελκυστική λύση για την επαγγελματική και οικονομική τους αποκατάσταση.

Οι καλοί εκπαιδευτικοί παραιτούνται
Η Αμερική μένει ακόμα πιο πίσω σε σχέση με τις άλλες χώρες. Ο κατάλογος με τα κακώς κείμενα του εκπαιδευτικού επαγγέλματος είναι μακρύς. Τα τελευταία χρόνια πολλές μητροπολιτικές εκπαιδευτικές περιφέρειες αντιμετώπιζαν τέτοια αβεβαιότητα ως προς τον προϋπολογισμό τους που δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσουν τους δασκάλους τους –και ιδιαίτερα τους πιο νέους– ότι θα τους προσλάμβαναν για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος νωρίτερα από τον Αύγουστο. Σε πολλά μέρη της χώρας οι συνδικαλιστικοί κανονισμοί δεν επιτρέπουν να λαμβάνεται υπόψη η ποιότητα των εκπαιδευτικών όταν γίνονται απολύσεις. Οι δάσκαλοι συχνά αγοράζουν με δικά τους χρήματα τα απαραίτητα για το μάθημα, ενώ πλέον βάλλονται και οι μισθοί και οι παροχές τους, καθώς ένας αυξανόμενος αριθμός κυβερνητών ετοιμάζεται να δώσει μάχη με τους υπαλλήλους της πολιτείας και της τοπικής κυβέρνησης. «Οι εκπαιδευτικοί με τα καλύτερα προσόντα βρίσκουν κάτι άλλο να κάνουν», λέει ο Richard Murnane, οικονομολόγος στη Σχολή Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Εκπαίδευση του Πανεπιστημίου Harvard. «Κατά μέσο όρο αυτοί που παραμένουν δεν είναι οι καλύτεροι».
  • Η ανάλυση των προκαταρκτικών προτάσεων προϋπολογισμού 31 πολιτειών δείχνει ότι τουλάχιστον 13 πολιτείες προβλέπουν δριμύτατες περικοπές δαπανών στα προνηπιακά προγράμματα, καθώς και στην α’βάθμια και β’βάθμια εκπαίδευση. Σύμφωνα με το Κέντρο Προτεραιοτήτων Προϋπολογισμού και Πολιτικής, μια από τις μεγαλύτερες περικοπές αφορά το Τέξας, όπου προτείνεται η κατάργηση της χρηματοδότησης προνηπιακών προγραμμάτων που εξυπηρετούν σχεδόν 100.000 παιδιά –αριθμός που αντιστοιχεί σε πάνω από το 40% των προνήπιων. Η Πολιτεία του Μοναχικού Αστεριού ενδέχεται επίσης να μειώσει τη χρηματοδότηση της α’βάθμιας και β’βάθμιας εκπαίδευσης στο 23% κάτω του ελάχιστου ορίου που απαιτείται από τον πολιτειακό νόμο περί χρηματοδότησης της εκπαίδευσης. Ο προϋπολογισμός του κυβερνήτη του Μισισίπι Haley Barbour αποτυγχάνει για τέταρτη χρονιά στη σειρά να ανταποκριθεί στην πολιτειακή υποχρέωση οικονομικής στήριξης των σχολείων α’βάθμιας και β’βάθμιας εκπαίδευσης, με το ενδεχόμενο υποχρηματοδότησης των εκπαιδευτικών περιφερειών κατά 11 τοις εκατό, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 231 εκατομ. δολάρια. Τα στοιχεία αυτά μεταφράζονται σε πολύ κακές συνθήκες εργασίας.
Το ΑΕΠ χάνει τρισεκατομμύρια λόγω της κακής εκπαίδευσης
Το κόστος που έχει ένα μέτριο εκπαιδευτικό σύστημα για την οικονομία είναι κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο. Το Διεθνές Πρόγραμμα Αξιολόγησης Μαθητών (PISA) εξετάζει, αξιολογεί και συγκρίνει την επίδοση μαθητών ηλικίας 15 ετών από τις 34 χώρες-μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), καθώς και από 31 ακόμη χώρες και εκπαιδευτικά συστήματα, όπως λόγου χάρη της Σαγκάης. Τα στοιχεία που βγήκαν στη δημοσιότητα στις ΗΠΑ το Δεκέμβριο 2010 ήταν μέτρια. Σε ότι αφορά τον αναγνωστικό εγγραμματισμό στην κατανόηση κειμένου, η Αμερική ήρθε 10η. Στις φυσικές επιστήμες και τα μαθηματικά, δύο σημαντικότατους τομείς σε μια εποχή ταχείας τεχνολογικής προόδου, τα αποτελέσματα δεν ήταν καλύτερα. Η Αμερική ήρθε 19η στις φυσικές επιστήμες και 24η στα μαθηματικά. Οι σύμβουλοι της McKinsey εκτιμούν ότι εάν οι ΗΠΑ είχαν γεφυρώσει το χάσμα της ακαδημαϊκής επίδοσης με τα υψηλότερα κατατασσόμενα έθνη από το 1983 έως το 1998, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Αμερικής θα μπορούσε να είναι υψηλότερο κατά 1,3 έως 2,3 τρισ. δολάρια σε σχέση με το πραγματικό ΑΕΠ του 2008. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά την πρόσφατη περίοδο ύφεσης η αμερικανική οικονομία υστέρησε της δυνητικής της παραγωγής κατά περίπου 1 τρισ. δολάρια.
Τι μπορεί να γίνει, αυτήν την περίοδο των σφιχτών προϋπολογισμών και των έντονων ιδεολογικών διαφορών που διανύουμε; Η απάντηση είναι ότι πρέπει να παραδειγματιστούμε από τις κορυφαίες επιχειρήσεις και να επικεντρωθούμε, προς το παρόν, στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Ακριβώς όπως οι εταιρείες που ανταγωνίζονται σε τομείς που βασίζονται στη γνώση δεν μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό, έτσι και η προστιθέμενη αξία της εκπαίδευσης σε μια οικονομία βασιζόμενη στη γνώση δεν μπορεί να υπερβαίνει την ποιότητα των εκπαιδευτικών της. «Τα σχολεία θα πρέπει να μοιάζουν περισσότερο στις επιτυχημένες επιχειρήσεις, εστιάζοντας σε μακροπρόθεσμους στόχους και δημιουργώντας αξία, ενώ πολλές επιχειρήσεις θα έπρεπε να μοιάζουν περισσότερο σε επιτυχημένα σχολεία, βλέποντας μακροπρόθεσμα και δημιουργώντας αξία», λέει ο Michael O΄Keefe, πρώην πρόεδρος του Κολλεγίου Art & Design της Μινεάπολις και από το 1987 συν-πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Προγράμματος του Ινστιτούτου Άσπεν.
Καθώς η έννοια της ποιότητας είναι δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς, το πιο αποτελεσματικό θα ήταν τα σωματεία και οι ακαδημαϊκές διοικήσεις να ξεκινήσουν απομακρύνοντας τους εκπαιδευτικούς που έχουν κακή απόδοση –και γρήγορα μάλιστα. Ο Hanushek εκτιμά ότι εάν το κατώτατο 5 έως 8 τοις εκατό των εκπαιδευτικών αντικαθίστατο από εκπαιδευτικούς μέσης απόδοσης, οι ΗΠΑ θα κατατάσσονταν στα ανώτερα κλιμάκια της διεθνούς αξιολόγησης τόσο στις φυσικές επιστήμες όσο και στα μαθηματικά. Στα τέλη του προηγούμενου μήνα η Randi Weingarten, πρόεδρος της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών, πρότεινε οι μόνιμοι καθηγητές που δεν αποδίδουν επαρκώς να παίρνουν προθεσμία ενός έτους για παρουσιάσουν βελτίωση, διαφορετικά να υπάρχει η δυνατότητα απόλυσής τους 100 ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής. Αυτή είναι η πρόταση της προέδρου για γρήγορα αποτελέσματα, αλλά δεν υπάρχει τίποτα γρήγορο σ’ αυτήν την πρόταση, ούτε αρκεί για να φέρει αποτελέσματα. Άραγε είναι πρόοδος να υπάρχει η δυνατότητα απόλυσης ενός ανεπαρκούς εκπαιδευτικού μετά από 465 ημέρες; Αυτό είναι απαράδεκτο.
Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αναλογιστούν το παράδειγμα της UAW
Καλώς ή κακώς τα εκπαιδευτικά σωματεία βρίσκονται αντιμέτωπα με το πρόβλημα της General Motors. Μπορούν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του συνδικάτου United Auto Workers και να πέσουν στην παγίδα των διαρκών μικροαλλαγών που δεν μεταβάλλουν την υποβόσκουσα δυναμική του εργατικού δυναμικού, στρατηγική που γύρισε μπούμερανγκ για την κάποτε περήφανη αυτοκινητοβιομηχανία και τους εργαζόμενούς της. Η άλλη εναλλακτική είναι τα σωματεία να πάρουν την πρωτοβουλία και να ηγηθούν της αναμόρφωσης του αναποτελεσματικού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο αποξενώνει τόσο τους γονείς όσο και την πολιτική ηγεσία, και το χειρότερο όλων, αποθαρρύνει τους ταλαντούχους υποψήφιους εκπαιδευτικούς.
  • Στόχος του εκπαιδευτικού κλάδου πρέπει να είναι η πρόσληψη ακόμα καλύτερα εκπαιδευμένων καθηγητών.
Παραδείγματος χάρη, ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός Teach for America, ο οποίος λειτουργεί με επιτυχία από το 1990, συγκεντρώνει τους καλύτερους απόφοιτους κορυφαίων πανεπιστημίων και τους τοποθετεί σε φτωχά σχολεία για να διδάξουν. Το πρόγραμμα αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί (και το Κογκρέσο θα έπρεπε να άρει την πρόσφατη απόφασή του να καταργήσει την ετήσια ομοσπονδιακή χρηματοδότηση του προγράμματος με κονδύλι ύψους περίπου 21 εκατομ. δολαρίων, επειδή τυπικά πρόκειται για «earmark», δηλαδή για κονδύλι που διατίθεται για συγκεκριμένο σκοπό). Επίσης, τα συνδικάτα θα έπρεπε να καλωσορίζουν και όχι να αντιμάχονται τους εναλλακτικούς τρόπους χορήγησης αδειών άσκησης επαγγέλματος για την προσέλκυση εκπαιδευτικών.
Αυτού του είδους οι αλλαγές αναγκαστικά θα γίνονταν απότομα και τελικά θα κόστιζαν ακόμη περισσότερα χρήματα. «Θα απαιτούνταν αφενός πακέτα αποζημιώσεων για όσους εκπαιδευτικούς κόβονταν στην επιλογή και αφετέρου υψηλότεροι μισθοί για τους εναπομείναντες και τους καινούριους, οι οποίοι θα είχαν πλέον μια πολύ πιο απαιτητική θέση εργασίας», σύμφωνα με τον Hanushek. Όμως τα χρήματα αυτά θα έπιαναν τόπο.
  • Η ποιοτική αναβάθμιση του υφιστάμενου διδακτικού προσωπικού και η πρόσληψη νέων αξιόλογων εκπαιδευτικών δεν αποτελεί πανάκεια. Πρόκειται για ένα κομμάτι του δύσκολου παζλ της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, μια λύση στο υφιστάμενο πολιτικό αδιέξοδο. Ωστόσο, χωρίς υποστηρικτικές πολιτικές για την προσέλκυση, ανάπτυξη, ανταμοιβή και διατήρηση νέων ταλαντούχων εκπαιδευτικών, ο στόχος της βελτίωσης των ακαδημαϊκών επιδόσεων θα παραμείνει άπιαστος και αυτό θα είναι επιζήμιο για όλους.


Ο Farrell είναι contributing editor οικονομικών θεμάτων στο Bloomberg Businessweek. Μπορείτε επίσης να τον ακούσετε στην εθνικής εμβέλειας οικονομική εκπομπή Marketplace Money της American Public Media, καθώς και στο κρατικό ραδιόφωνο στην εκπομπή Marketplace.

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Ο πατέρας που έφυγε..

Tου Αθανασιου Ελλις

Είναι κάποιες στιγμές που σημαδεύουν ανεξίτηλα τη ζωή ενός ανθρώπου. Μια από αυτές ήταν για μένα ο θάνατος του πατέρα μου, πριν από λίγες ημέρες. Εδινε εδώ και αρκετούς μήνες την τελευταία και πιο δύσκολη μάχη και παρότι περιμέναμε το μοιραίο, ποτέ δεν είσαι έτοιμος για την απώλεια του πατέρα σου.

Ζητώ συγγνώμη από τον αναγνώστη για το διαφορετικό περιεχόμενο της σημερινής στήλης, αλλά αυτά που μέχρι χθες απορροφούσαν την προσοχή μου ξαφνικά φαντάζουν μικρά. Οι επαφές του πρωθυπουργού στο Νταβός, η άφιξη της τρόικας στην Αθήνα και τα άλλα σημαντικά ζητήματα της επικαιρότητας εύλογα απασχολούν την ελληνική κοινωνία. Ομως, στο δικό μου μυαλό τις τελευταίες ημέρες υπάρχει μόνο η απώλεια του πατέρα μου. Με την ελπίδα ότι ο σεβασμός και η αναγνώριση στον γονιό που προσέφερε τόσα στο παιδί του εκφράζουν τους περισσότερους, τολμώ να κλέψω λίγη από την υπομονή του αναγνώστη, εκφράζοντας εκ των προτέρων ένα ευχαριστώ σε όσους επιλέξουν να με υποστούν και να μοιραστούν τις προσωπικές αυτές σκέψεις.

Ο πατέρας μου έφυγε πλήρης ημερών. Δεν είχε παράπονο. Εζησε μια καλή ζωή. Το έλεγε και ο ίδιος. Τις τελευταίες εβδομάδες, το αλάνθαστο βιολογικό ένστικτο τον προειδοποιούσε ότι πλησιάζει το τέλος. Αρχισε να μας λέει ότι είχε κουραστεί. Οτι είχε φθάσει ο καιρός να φύγει. Οτι δεν ήθελε να είναι άλλο βάρος... Κοιμήθηκε ήσυχα, αφήνοντας σε μας που τον αγαπούσαμε τη ζεστή εικόνα των τελευταίων μηνών και όμορφες αναμνήσεις δεκαετιών. Πάνω από όλα εγώ θα κρατήσω τις αναρίθμητες ζεστές ευχές που μου έδινε καθημερινά, είτε όταν τον έπαιρνα αγκαλιά είτε όταν μιλούσαμε στο τηλέφωνο. «Να έχεις πάντα την ευχή μου» μου έλεγε συνεχώς. Ξέρω ότι ήμουν το παν γι’ αυτόν, όπως και αυτός γνωρίζει, εκεί που ξεκουράζεται τώρα, ότι τον αγαπούσα και θα τον αγαπώ για πάντα.

Ημουν το μόνο παιδί του. Με λάτρευε και ήταν υπερήφανος για μένα. Συχνά σε βαθμό υπερβολικό, που με ενοχλούσε. Κρατούσε στο σακάκι του φωτογραφίες μου ή ακόμη και άρθρα μου, τα οποία έδειχνε στους συνομιλητές του. Τους ρωτούσε «είδες τον γιο μου, άκουσες τι είπε, διάβασες τι έγραψε», ενέργειες που προκαλούσαν την έντονη αντίδρασή μου. Αλλά τώρα τα βλέπω όλα μέσα από διαφορετικό πρίσμα. Ενα παιδί είχε και απλά το λάτρευε. Τους τελευταίους μήνες ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι, όπου έδινε με περηφάνια -και σπάνια γι’ αυτόν νηφαλιότητα- τη μάχη του. Εκανε ό, τι του λέγαμε, χωρίς να φέρνει αντίρρηση. Από τη χημειοθεραπεία έως τη μετάγγιση αίματος. «Για να το λέτε εσείς, αυτό θα πρέπει να κάνω», έλεγε με γλυκύτητα. Μόνη παραφωνία σε αυτή την αθώα συγκαταβατικότητα, η συχνή και, δυστυχώς, αυξανόμενη άρνησή του να φάει όσα του ετοίμαζε η μητέρα μου. Αλλά και πάλι ήταν τόσο γλυκός: «Μα δεν μπορώ αγαπούλα μου να φάω. Θέλω, αλλα δεν μπορώ». Παρά την άρτια ιατρική στήριξη που του παρέσχε ο παιδικός μου φίλος και άριστος ογκολόγος Τάσος Σαλεσιώτης, η μάχη ήταν άνιση. Η μετάσταση στα οστά δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Ηταν χαρούμενος που παντρεύτηκα και αγαπούσε τη γυναίκα μου. Ενιωθε ευτυχισμένος που μπόρεσε να δει δυο εγγόνια, τα οποία λάτρευε. Τους τελευταίους μήνες απολάμβανε τις μικρές, αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις που έδινε στο δωμάτιό του ο Πάρις και τις ζεστές αγκαλιές που του έκανε ο Μιλτιάδης. Αλλά η πιο γλυκιά ανάμνηση που μου άφησε ήταν ο απίστευτα ζεστός τρόπος που φερόταν τους τελευταίους μήνες στη μητέρα μου, η οποία, στον μισό αιώνα που έζησαν μαζί, πέρασε αρκετά. «Σε είχα πάντα στην καρδιά μου», της εξομολογήθηκε με την αθωώτητα και την αφοπλιστική ειλικρίνεια που γεννά το επερχόμενο τέλος και τη φίλησε με στοργή.

Τον ευχαριστώ για όσα έκανε για μένα, του εύχομαι καλή ξεκούραση στη γειτονιά των αγγέλων και το μόνο που μπορώ να του υποσχεθώ είναι ότι θα προσπαθήσω και εγώ να κάνω το καλύτερο για τα δικά μου παιδιά। Και θα τους λέω πάντα πόσο τα αγαπούσε ο παππούς τους...

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_30_27/01/2011_430269