Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Το Iντερνετ στο εδώλιο για «εγκλήματα» κατά της μνήμης


Το Iντερνετ στο εδώλιο για «εγκλήματα» κατά της μνήμης
The Observer


«Μήπως το Google μας κάνει… ηλίθιους;». Αυτός υπήρξε ένας από τους πιο προκλητικούς τίτλους που δημοσιεύθηκε ποτέ στα αμερικανικά ΜΜΕ. Το εν λόγω άρθρο δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση The Atlantic και πραγματικά προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Ο συντάκτης του, ο Νίκολας Καρ, είναι ένας από τους πιο γνωστούς μπλόγκερ του κυβερνοχώρου και ταυτόχρονα ένας από τους μεγαλύτερους πολέμιους του Διαδικτύου.

«Τα τελευταία χρόνια», αναφέρει στο άρθρο του, «είχα διαρκώς την άκρως δυσάρεστη αίσθηση ότι “κάτι” ή “κάποιος” “παίζει” με τον εγκέφαλό μου, ότι αναχαρτογραφεί τα νευρωνικά του κυκλώματα και επαναπρογραμματίζει τη μνήμη μου. Δεν χάνω τον νου μου -όσο τουλάχιστον μπορώ να γνωρίζω- αλλά είμαι βέβαιος ότι αλλάζει. Δεν σκέπτομαι σήμερα όπως σκεπτόμουν παλαιότερα».

Παράξενες μεταβολές

Ολες αυτές τις παράξενες μεταβολές της διανοητικής του λειτουργίας, τις νιώθει ο κ. Καρ περισσότερο όταν κάθεται για να διαβάσει κάποιο κείμενο. «Οταν παλιότερα βυθιζόμουν σ’ ένα βιβλίο ή ένα ιδιαίτερα μακρύ άρθρο, δεν αντιλαμβανόμουν κάποιο πρόβλημα. Ο νους μου, με αρκετά μεγάλη ευκολία, μπορούσε να πειθαρχήσει και να παρακολουθήσει τη συνέχεια της συγγραφικής σκέψης ή τη διήγηση. Μπορούσα να κατανοήσω κάθε επιχείρημα που προέβαλλε ο συντάκτης. Καθόμουν επί ώρες και παρακολουθούσα την πλοκή. Σήμερα, ωστόσο, η κατάσταση έχει αλλάξει. Σχεδόν αμέσως διασπάται η προσοχή μου και αδυνατώ να συγκεντρωθώ έπειτα από δύο ή το πολύ τρεις σελίδες ανάγνωσης. Νευριάζω, χάνω τον ειρμό της σκέψης του συντάκτη και αναζητώ να κάνω, να ασχοληθώ με κάτι άλλο, με οτιδήποτε άλλο. Νιώθω ότι αναγκάζομαι να πιέσω τη σκέψη για να επιστρέψει στο κείμενο. Σήμερα, η ευχάριστη ανάγνωση του παρελθόντος έχει καταλήξει μία πραγματική, πολύ κουραστική μάχη».
Ο κύριος Καρ επιχειρεί να «διαγνώσει» από τι πάσχει καθορίζοντας το πρόβλημα που αντιμετωπίζει. Το παράπονό του δεν στρέφεται κατ’ ουσία εναντίον του Google, αλλά γενικότερα κατά του Διαδικτύου. «Πιστεύω ότι το Ιντερνετ κατατρώγει σιγά και σταθερά την ικανότητά μου να συγκεντρωθώ και να διαλογιστώ, να βάλω σε λειτουργία τον εγκέφαλό μου. Σήμερα, ο νους μου περιμένει να προσλάβει το πληροφοριακό υλικό που χρειάζεται ακριβώς με τον τρόπο που το σερβίρει το Ιντερνετ: σαν ένα διαρκές και γρήγορο ρεύμα μικρών σωματιδίων γνώσης. Κάποτε ήμουν δύτης στη θάλασσα των λέξεων. Σήμερα σκίζω την επιφάνεια, ακριβώς όπως κάποιος με τζετ σκι».

Αν κανείς κρίνει από τον όγκο, και μόνο, των σχολίων που έγιναν μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Καρ, θα αντιληφθεί ότι άγγιξε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο. Οπως ο ίδιος λέει «κατακλύστηκα από ηλεκτρονικές επιστολές και αναρτήσεις σε μπλογκ από ανθρώπους που υποστήριζαν ότι οι «μάχες» μου με την πραγματική μελέτη των κειμένων και την προσπάθεια να συλλέξω και πάλι την ικανότητα συγκέντρωσής μου αντικατοπτρίζουν δικές τους εμπειρίες».

Πολλοί από τους πιο διάσημους μπλόγκερ, όπως ο Αντριου Σάλιβαν, ο Τζον Ούντελ και ο Μπιλ Τόμσον ασχολήθηκαν με το ζήτημα και πρόσθεσαν τη δική τους άποψη και πινελιά. Επίσης διαπρεπείς αρθρογράφοι εφημερίδων, όπως ο Λέοναρντ Πιτς (της Μαϊάμι Χέραλντ) και η Μάργκαρετ Ουέντε (της Τορόντο Γκλομπ εντ Μέιλ) δημοσιοποίησαν τους δικούς τους φόβους σχετικά με τη γενικότερη εξάρτηση που έχουμε από το Διαδίκτυο, ενώ διατύπωσαν την άποψη ότι γενικά τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ δεν κάνουν άλλο από το να προκαλούν τη «σήψη» του εγκεφάλου μας. Αυτό που πρέπει να προκαλέσει τη μεγαλύτερη έκπληξη, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι πάρα πολλοί άνθρωποι υποστηρίζουν ότι δεν περίμεναν τέτοιες τοποθετήσεις. Το Διαδίκτυο σχεδιάστηκε από τον Τιμ Μπέρνερς Λι, ο οποίος θέλησε να βοηθήσει με τον τρόπο αυτό την εξαιρετικά κακή του μνήμη.

Ο συνδυασμός των μεγάλων δυνατοτήτων αναζήτησης και έρευνας με την τεράστια διευκόλυνση συσχετισμού των διαφορετικών συνδέσμων ευθύνεται για την αποσάθρωση των ικανοτήτων συγκέντρωσης του Καρ.
Το Διαδίκτυο υποδεικνύει τη φθίνουσα αξία που έχει η ικανότητα απομνημόνευσης συγκριτικά με την ικανότητα αναζήτησης των πληροφοριών με αποτελεσματικό τρόπο. Φυσικά ο Καρ δεν είναι ο πρώτος που υποδεικνύει το πρόβλημα.

Το 1994, π.χ. ο Σβεν Μπίρκερτς εξέδωσε τις «Ελεγείες Γκούτενμπεργκ», μια πραγματικά παθιασμένη άμυνα των βιβλίων και του πολιτισμού των έντυπων έργων, η οποία ταυτόχρονα ήταν μία λυσσώδης επίθεση κατά των ηλεκτρονικών μέσων, και φυσικά κατά του Ιντερνετ. «Ποια είναι η θέση του διαβάσματος και της λογικής της ανάγνωσης στον πολιτισμό μας, όπως αυτός κατάντησε στις ημέρες μας;» αναρωτιόταν. Η απάντησή του ήταν μονολεκτική: «Είναι συρρικνούμενη διαρκώς» εξαιτίας της διείσδυσης των ηλεκτρονικών μέσων σε κάθε επίπεδο και σε κάθε στιγμή της ζωής μας.

Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι αυτό ακριβώς το πρόβλημα και η ανθρώπινη αγωνία χρονολογείται από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων.

Ο Σωκράτης διηγείται πώς ο Αιγύπτιος θεός Τεούθ προσπάθησε να πουλήσει την εφεύρεσή του -τη γραφή- στον βασιλιά Θάμους ως «ένα σημαντικό επίτευγμα που θα βελτιώσει όχι μόνο την οξύνοια και τη σοφία των Αιγυπτίων, αλλά και τη μνήμη τους. «Ανακάλυψα τη σίγουρη συνταγή για το μνημονικό και τη σοφία» φέρεται να είπε. Βέβαια, σε αυτήν την τοποθέτηση, ο γέρος και παμπόνηρος βασιλιάς απάντησε ότι ο «εφευρέτης μιας τέχνης δεν είναι ο καλύτερος κριτής για το ποιο καλό ή κακό θα προκαλέσει η εφεύρεσή του σε αυτούς που θα τη δοκιμάσουν. Αυτοί που θα αποκτήσουν τη γραφή θα πάψουν να ασκούν τη μνήμη τους και θα ξεχνάνε. Αυτό που ανακάλυψες είναι η συνταγή για την ανάκληση των αναμνήσεων».

Με άλλα λόγια, η τεχνολογία είναι αυτή που μας έδωσε και η τεχνολογία είναι αυτή που μας πήρε πίσω. Τώρα, ποιος το είπε αυτό; Το ξεχνάω...
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_1_16/07/2008_277812

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

Μήπως το Ιντερνετ διαμορφώνει άβουλους πολίτες;


Μήπως το Ιντερνετ διαμορφώνει άβουλους πολίτες;


Επιφανείς «χρήστες» του Διαδικτύου εκφράζουν ανησυχία ότι επηρεάζει αρνητικά την ικανότητα συγκέντρωσης και στοχασμού
Της Αγγελικης Στουπακη

«Τα τελευταία χρόνια έχω την αίσθηση ότι κάποιος ή κάτι έχει πειράξει τον εγκέφαλό μου, αναδιατάσσοντας το νευρικό κύκλωμα, αναπρογραμματίζοντας τη μνήμη. Δεν το χάνω το μυαλό μου -απ’ όσο μπορώ να κρίνω- αλλά το αισθάνομαι να αλλάζει. Και το καταλαβαίνω περισσότερο όταν διαβάζω.

Η ικανότητα που είχα να βυθίζομαι σε μια αφήγηση ή να παρακολουθώ μια περίπλοκη επιχειρηματολογία έχει μειωθεί δραστικά. Τώρα η συγκέντρωσή μου αρχίζει να περισπάται μετά δυο - τρεις σελίδες. Γίνομαι νευρικός, χάνω τη σειρά, αρχίζω να αναζητώ κάτι άλλο να κάνω. Το βαθύ διάβασμα που πριν μου ερχόταν τόσο φυσικά, τώρα έχει γίνει αγώνας».
«Νομίζω πως ξέρω τι συμβαίνει.

Εδώ και πάνω από μια δεκαετία περνάω πολύ χρόνο στο Ιντερνετ, ψάχνοντας και σερφάροντας και ενίοτε συνεισφέροντας στις βάσεις δεδομένων. Το Διαδίκτυο υπήρξε θεόσταλτο δώρο για μένα ως συγγραφέα. Ερευνα που άλλοτε χρειαζόταν μέρες ψαξίματος σε αρχεία εφημερίδων και βιβλιοθήκες, τώρα μπορεί να γίνει μέσα σε λίγα λεπτά.

Αλλά η εύκολη πρόσβαση σε αυτήν την απίστευτα πλούσια πηγή πληροφοριών έχει το τίμημά της. Οπως επισήμανε ο θεωρητικός των μέσων επικοινωνίας Μάρσαλ Μακλούαν τη δεκαετία του ’60, τα media δεν είναι απλώς παθητικά κανάλια πληροφοριών. Προμηθεύουν το υλικό για σκέψη, αλλά επίσης διαμορφώνουν τη διαδικασία της σκέψης. Και αυτό που φαίνεται να κάνει το Διαδίκτυο είναι να ψαλιδίζει την ικανότητά μου για συγκέντρωση και στοχασμό. Το μυαλό μου τώρα περιμένει να πάρει τις πληροφορίες με τον τρόπο που το δίκτυο τις διανέμει: με μια γοργοκίνητη ροή σωματιδίων.

Κάποτε ήμουν δύτης στη θάλασσα των λέξεων. Τώρα τρέχω στην επιφάνεια σαν παιδί πάνω σε τζετ σκι».
Στο τεύχος Ιουνίου του μηνιαίου περιοδικού The Atlantic, πολιτιστικής επιθεώρησης με μεγάλη απήχηση στην προοδευτική ελίτ των ΗΠΑ, ο Νίκολας Καρ -τέως διευθυντής της Harvard Business Review- ομολογεί ότι φοβάται πως η «κουλτούρα του Διαδικτύου» επηρεάζει αρνητικά τους διανοητικούς μηχανισμούς μας: Τον τρόπο που διαβάζουμε και απομνημονεύουμε, μα κυρίως την ικανότητά μας για συγκέντρωση. Και το άρθρο του -που έγινε και το θέμα του εξωφύλλου στο τεύχος, με τον τίτλο «Is Google Making us Stupid?» («Μας αποβλακώνει το Google;»)- φαίνεται πως άγγιξε γυμνό νεύρο, γιατί βρήκε μεγάλη ανταπόκριση: «Είναι αλήθεια πως, βυθισμένοι καθώς είμαστε στο διανοητικό multitasking, μόλις καθήσουμε να διαβάσουμε ένα πολυσέλιδο ντοκουμέντο ή ένα βιβλίο, νιώθουμε δυσφορία έπειτα από μερικές παραγράφους.

Γυρίζουμε σελίδα και είμαστε έτοιμοι να πατήσουμε τα πλήκτρα για κάποιο link», συμφωνεί ο Αντριου Σάλιβαν, Βρετανός φιλελεύθερος διανοούμενος, συνεργάτης και αυτός του Atlantic.
Μικρά κείμενα
Και ο Λέοναρντ Πιτς, δημοσιογράφος της «Χέραλντ Τρίμπιουν» βραβευμένος με Πούλιτζερ, υπερθεματίζει: «Διαβάζω την Atlantic και ανακαλύπτω ότι δεν είμαι ο μόνος που χάνω τη συνήθεια της ανάγνωσης. Εχω την τάση πλέον να αφομοιώνω τα κείμενα σε μικρά κομματάκια.

Δώστε μου ένα κείμενο περισσότερων σελίδων και με πιάνει αμέσως η ακατάσχετη επιθυμία να κοιτάξω το e-mail μου. Πριν από μερικές μέρες μου έδωσαν ένα βιβλίο για να γράψω κριτική. Είχα πολύ μικρό χρονικό περιθώριο για να το διαβάσω και μου φάνηκε τρομερά κουραστικό - να υποχρεωθώ να καθήσω για ώρες σε μια πολυθρόνα. Το έκανα, αλλά είχα μια αίσθηση κενού, ενοχής επειδή έμεινα απομακρυσμένος για τόσο πολύ από τον κόσμο».
Ο Νίκολας Καρ δεν είναι κανένας εχθρός της τεχνολογίας και της προόδου. Είναι ένας ειδικός των επικοινωνιών που γράφει βιβλία για τη νέα ψηφιακή κουλτούρα -το τελευταίο, με τίτλο The Big Switch: Rewiring the World, εκδόθηκε πριν από μερικούς μήνες- ενώ είναι επίσης ένας δραστήριος «μπλόγκερ».

Απλώς εκφράζει τις αμφιβολίες και τις ανησυχίες του απέναντι σε κάτι που έχει αναδειχθεί σε σύγχρονο τοτέμ. Γνωρίζει, άλλωστε, ότι πάντα η τεχνολογική πρόοδος προκαλούσε αντιδράσεις. Αναφέρει την ανησυχία του Σωκράτη -όπως παρουσιάζεται στον «Φαίδρο» του Πλάτωνα- ότι η διάδοση της γραφής θα οδηγήσει τους ανθρώπους να μην ασκούν τη μνήμη τους και να δέχονται πληροφορίες χωρίς την κατάλληλη διδασκαλία.

Αλλά και τον 15ο αιώνα, η εφεύρεση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο προκάλεσε αντιδράσεις από λογίους που φοβούνταν ότι η διαθεσιμότητα των βιβλίων θα έκανε τους ανθρώπους «διανοητικά οκνηρούς» και θα είχε καταστρεπτικές συνέπειες στην κοινωνική δομή.

Σκεπτικισμός

«Πράγματι, πρέπει να είμαστε σκεπτικιστές απέναντι στον σκεπτικισμό» γράφει ο Καρ. Ωστόσο, η αίσθηση ότι η κουλτούρα του Ιντερνετ έχει ανησυχητικές παράπλευρες συνέπειες εκφράζεται όλο και πιο συχνά και ο Καρ σίγουρα δεν είναι ο πρώτος που διατυπώνει τους φόβους του.

Το Google έχει γίνει από καιρό στόχος επικρίσεων για τη φιλοδοξία του να οργανώσει «όλη τη γνώση του κόσμου» και για τη δυνατότητα μιας μηχανής αναζήτησης να απομνημονεύει όλες τις «κινήσεις» των χρηστών που έχουν γίνει στη διάρκεια των δέκα χρόνων της ύπαρξής του. Ο γίγαντας του Διαδικτύου υπόσχεται ότι θα χρησιμοποιήσει αυτά τα στοιχεία μόνο για να βελτιώσει τις υπηρεσίες του, κανένας όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι αυτή θα είναι η αποκλειστική «αξιοποίησή» τους.

Οπως σημειώνει ο Καρ, οι νεαροί «συνιδρυτές» του Google, ο Σεργκέι Μπριν και ο Λάρι Πέιτζ, μιλούν συχνά για την επιθυμία τους να μετατρέψουν την μηχανή αναζήτησης που επινόησαν σε τεχνητή νοημοσύνη, ένα είδος HAL (όπως στην «Οδύσσεια του Διαστήματος» του Κιούμπρικ) που θα μπορούσε να προσαρτηθεί άμεσα στον εγκέφαλό μας. «Η τέλεια μηχανή αναζήτησης είναι έξυπνη όπως ο άνθρωπος - ή και εξυπνότερη», είπε ο Πέιτζ πριν από μερικά χρόνια. Και σε μια συνέντευξη στο «Νιούζγουικ», ο Μπιν είπε: «Σίγουρα αν είχατε όλες τις πληροφορίες του κόσμου άμεσα συνδεμένες με τον εγκέφαλό σας ή με έναν τεχνητό εγκέφαλο ευφυέστερο από τον δικό σας, θα ήταν προς όφελός σας».

Τεχνητή νοημοσύνη

Αυτή η υπόθεση ότι «είναι προς όφελός μας» να συμπληρωθεί ή και να αντικατασταθεί ο εγκέφαλός μας με μια τεχνητή νοημοσύνη, προκαλεί ανησυχία στον Καρ. «Υποδεικνύει μια πεποίθηση ότι η ευφυΐα είναι το προϊόν μιας μηχανικής διαδικασίας, μιας σειράς βημάτων που μπορούν να απομονωθούν, να μετρηθούν και να βελτιωθούν. Στον κόσμο του Google δεν υπάρχει χώρος για την ομίχλη του στοχασμού. Η αμφιβολία, το διφορούμενο, δεν αποτελεί δρόμο για τη βαθύτερη αντίληψη, αλλά ένα μικρόβιο που πρέπει να εξουδετερωθεί. Το ανθρώπινο μυαλό είναι ένας ξεπερασμένος υπολογιστής που χρειάζεται να γίνει πιο γρήγορος και με μεγαλύτερη περιεκτικότητα».

Ο Καρ προχωρεί για να δώσει και μια άλλη, οικονομική, διάσταση του θέματος. «Η ιδέα ότι το μυαλό μας πρέπει να λειτουργεί σαν μια γρήγορη μηχανή επεξεργασίας δεδομένων δεν είναι ενσωματωμένη μόνο στη λειτουργία του Ιντερνετ, αλλά αποτελεί και το κυρίαρχο επιχειρηματικό μοντέλο του Διαδικτύου. Οσο γρηγορότερα σερφάρουμε στο Διαδίκτυο τόσο περισσότερες ευκαιρίες αποκτά το Google και άλλες εταιρείες να συλλέγουν πληροφορίες για μας και να μας τροφοδοτούν με διαφημίσεις.

Οι περισσότεροι ιδιοκτήτες εμπορικών εταιρειών του Ιντερνετ έχουν οικονομικό συμφέρον να συλλέγουν τα ψίχουλα δεδομένων που αφήνουμε πίσω μας από link σε link. Το τελευταίο πράγμα που θέλουν αυτές οι εταιρείες είναι να ενθαρρύνουν το ήρεμο διάβασμα ή την αργή, συγκεντρωμένη σκέψη. Εχουν οικονομικό συμφέρον να μας οδηγούν στην περίσπαση».

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_13/07/2008_277207

Η ληστεία της ανθρώπινης φαντασίας




Η ληστεία της ανθρώπινης φαντασίας


Πώς στήθηκε το storytelling, η αφηγηματική μηχανή που χειραγωγεί τα άτομα και εξαφανίζει την ορθολογική σκέψη χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της ολοκληρωτικής κοινωνίας του Οργουελ και πουλώντας ως αλήθειες τα παραμύθια και τα ψέματα
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ

Ο Ρενάτο Κούρτσιο, ένας από τους αρχηγούς των Ερυθρών Ταξιαρχιών, αναφερόμενος κάποτε στην αποτυχία της επαναστατικής βίας να αλλάξει τον κόσμο είπε ότι, στην ιστορική περίοδο την οποία διανύουμε δεν υπάρχουν νέες ιδέες και άρα τίποτε καινούργιο δεν μπορεί να διατυπωθεί.
  • Οι σημερινές κοινωνίες επομένως είναι κοινωνίες αφηγήσεων. Ολοι μας λέμε ιστορίες. Θα πρόσθετε κάποιος ότι εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης και της μεγάλης διασποράς των πληροφοριών, οι ιστορίες αυτές είναι μικρής διάρκειας.
Ολα έχουν μια ημερομηνία λήξεως.
  • Κατά συνέπεια, οι τεχνικές της αφήγησης που εφαρμόζονται καθορίζουν τόσο τις μορφές άσκησης της εξουσίας όσο και της διαχείρισης της παγκόσμιας κοινωνίας. Ολες αυτές οι τεχνικές περιέχονται στον όρο storytelling, που σημαίνει ότι ο μόνος τρόπος για να εφαρμοστούν οι σύγχρονες μορφές καταστολής είναι η μετατροπή της ιστορικής σε μυθική αφήγηση.
Το περιεχόμενο και το εύρος του storytelling εξετάζει και αναλύει σε ένα ευσύνοπτο αλλά και εξαιρετικά περιεκτικό βιβλίο του ο Κριστιάν Σαλμόν, συγγραφέας και μέλος του Κέντρου Ερευνών για τις Τέχνες και τη Γλώσσα (που ανήκει στο γαλλικό Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, CNRS).

Αν αυτό που κάποτε χαρακτήριζε μόνο το μυθιστόρημα, δηλαδή το «ψεύδεσθαι ειλικρινώς» όπως έλεγε ο Αραγκόν, μεταφέρεται στην κοινωνική και στην πολιτική αρένα, τότε ασφαλώς τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά. Το μυθιστόρημα, ακόμα, μπορεί να είναι «αληθομανές χαλκείον», σύμφωνα με τον ευφυή ορισμό του Αλέξανδρου Κοτζιά, όταν όμως η εξουσία μετατρέπεται σε χαλκείο φημών και σε πεδίο διαστρεβλώσεων, η ελευθερία διατρέχει μεγάλο κίνδυνο.

Ελεγχος των συνειδήσεων «Metal Gear Solid». Σύγχρονο game που λειτουργεί ως αφηγηματική μηχανή Πώς συμβαίνουν όμως όλα τούτα τα ανησυχητικά; Πώς η μυθοπλασία μεταφέρεται από το μυθιστόρημα στην πραγματική ζωή, στην οικονομία, στην πολιτική και στην κοινωνία;
Ο Σαλμόν διαβάζει τον παγκόσμιο χάρτη επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του όπως θα περίμενε κανείς στις ΗΠΑ, τη μόνη ως στιγμής υπερδύναμη, το παράδειγμα της οποίας επιδρά καταλυτικά σε όλο τον πλανήτη.

Αυτό δηλαδή που λέμε παγκοσμιοποίηση, σύμφωνα με την ανάλυσή του, είναι ένας σύνθετος μηχανισμός, κινητήρια δύναμη του οποίου αποτελεί η αφήγηση, το storytelling. Εχεις μια καλή ιστορία;

Τότε έχεις και την εξουσία. Γιατί όμως, αφού οι άνθρωποι έλεγαν ιστορίες από καταβολής πολιτισμού και καταλάβαιναν τον κόσμο μέσω των αφηγήσεων, τα πράγματα σήμερα είναι τόσο ανησυχητικά;
Κατά τον συγγραφέα, επειδή έχουμε τώρα μια κρίσιμη ποιοτική διαφορά.
Ενώ παλαιότερα οι αφηγήσεις διείσδυαν πάντοτε στο υπόστρωμα της εμπειρίας και ο άνθρωπος ήθελε να ξέρει γιατί συνέβαινε το κάθε τι, σήμερα οι αφηγήσεις του storytelling έχουν έναν και μοναδικό σκοπό: ερευνούν τους τρόπους να καθυποτάξουν την εμπειρία και άρα να ελέγξουν τις συνειδήσεις.
  • To φαινόμενο εμφανίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η παγκοσμιοποίηση οδηγεί στη μετάλλαξη των επιχειρήσεων, η αφήγηση γίνεται ο πυρήνας σε κάθε επιθετική πολιτική της διοίκησής τους (μάνατζμεντ), γιατί η νέα οικονομία είναι πλέον μια μυθοπλασία. Μυθοποιεί τις εργασιακές σχέσεις, ηρωοποιεί το μάνατζμεντ και αναδεικνύει τους πρωταγωνιστές του σε γκουρού της παγκοσμιοποίησης.
  • Ετσι, όπως υποστηρίζει η Εύα Ιλιούζ, περάσαμε στην εποχή του «συγκινησιακού καπιταλισμού», με άλλα λόγια περάσαμε από τον παλαιομαρξιστικό «φετιχισμό του εμπορεύματος» στην εμπορευματοποίηση των συγκινήσεων. Τις αφηγήσεις έχουν πάψει πλέον να τις δημιουργούν τα άτομα, αλλά τις δημιουργούν οι επιχειρήσεις, που έχουν μεταλλαχθεί και αρχίζουν να μοιάζουν πλέον με παγκόσμιες κυβερνήσεις.
  • Στο σημερινό μετα-καπιταλιστικό πρότυπο, υποστηρίζει ο Σαλμόν, δεν ισχύει η κλασική ενότητα χώρου και χρόνου που αποτελούσε πυλώνα της παλαιάς οικονομίας, όπως άλλωστε και της κοινωνίας, ενότητα που χαρακτήριζε και τη φορντική εποχή.
  • Αφού εκείνο που εκθειάζεται τώρα είναι η διαρκής αλλαγή - που αλλιώς την αποκαλούν προσαρμογή -, είναι επόμενο η πλοκή να αντικαθιστά τα προγράμματα, οι γνώσεις να ταξιδεύουν από τη μια στην άλλη επιχείρηση και οι σύγχρονες επιχειρήσεις να μην είναι πλέον αυτόνομες οντότητες, αλλά μέρη ενός παγκόσμιου δικτύου, συνεκτικό ιστό του οποίου συνιστά η αφήγηση, το storytelling.
  • Αρα λοιπόν, η αφήγηση εκμεταλλεύεται όλες τις συμβολικές πλευρές της εξουσίας, και σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι σύμβουλοι του ηγεμόνα αντικαθίστανται από τους γκουρού του μάνατζμεντ.
Κατά συνέπεια, οι κυβερνήσεις, σαν τις επιχειρήσεις, είναι παραγωγοί ψευδαισθήσεων και άρα η πολιτική σκηνοθετείται, όπως άλλωστε και η ζωή.

Πουλώντας ψέματα

Το ζήτημα επομένως δεν είναι να πεις την αλήθεια, να ικανοποιήσεις μια πραγματική ανάγκη, να παραγάγεις αυτό που ορθολογικά επιβάλλεται, αλλά να διαλέξεις και να πουλήσεις ένα ψέμα που όλοι είναι διατεθειμένοι να το πιστέψουν. Για να το πετύχεις χρειάζεται μια στρατιά από ειδικούς της πειθούς, από ένα κίνημα, μια τάση, μια θεωρία, ή πιο ωμά ένας φόβος ή μια πίστη.

Αυτό συνέβη με την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, όπου δεν είχε σημασία η αλήθεια αλλά η «αυθεντικότητα» του σεναρίου, όπου μπορούν να συνδεθούν άσχετα πράγματα μαζί με φήμες και ψέματα - και να πείσουν, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει αφηγηματική ροή.
Στη μεταβιομηχανική κοινωνία έχει εξαλειφθεί πλέον ο συγχρονισμός κεφαλαίου και εργασίας.
Εκείνο που τώρα προέχει είναι η δημιουργία κινητήριων μύθων με τους οποίους αισθάνονται υποχρεωμένοι να συστρατευθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι: από τους μισθωτούς, τους πελάτες, τους μάνατζερ και τους μετόχους στις επιχειρήσεις ως τα πολιτικά στελέχη των κομμάτων, τη γραφειοκρατία και τον κομματικό μηχανισμό. Αυτός είναι ο σύγχρονος τεϊλορισμός: τα μηχανικά γρανάζια στη γραμμή παραγωγής έχουν αντικατασταθεί από διανοητικά γρανάζια.

Αν αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό, ο συγγραφέας έχει μιαν ανατριχιαστική απάντηση: η σημερινή επιδίωξη του καπιταλισμού, λέει, δεν είναι απλώς η συσσώρευση πλούτου, αλλά ο κορεσμός. Αυτόν εξυπηρετούν οι πάντες και τα πάντα: τα προγράμματα κατάρτισης, το ανθρώπινο δυναμικό, τα στρατηγικά σχέδια και πάνω από αυτά η αφήγηση, το storytelling.

Αφού όμως η αφήγηση είναι το κεντρικό ζήτημα του μάνατζμεντ, αφού το storytelling μετατρέπει και την ίδια τη ζωή σε αφήγηση, ξεκινώντας από τους τόπους εργασίας και τα προγράμματα δίνουν τη θέση τους στην πλοκή, δεν είναι παράξενο που το αμερικανικό Πεντάγωνο συνεργάζεται με το Χόλιγουντ. Κατά συνέπεια και η επικοινωνία - ψυχαγωγία δεν είναι παρά μια μορφή προπαγάνδας, γιατί οι αυτοκρατορίες δημιουργούν την πραγματικότητα.

Οι ΗΠΑ ως εμπόρευμα Φωτογραφία του Associated Press από τον πόλεμο στο Ιράκ που κέρδισε το Πούλιτζερ του 2004

Το ίδιο λίγο πολύ συμβαίνει και με το τρίγωνο λεωφόρος Μάντισον στο Μανχάταν (έδρα των μεγάλων διαφημιστικών εταιρειών) - Χόλιγουντ - Λευκός Οίκος. Λειτουργεί με τέτοιον τρόπο ώστε ο υπόλοιπος κόσμος να βλέπει τις ΗΠΑ ως εμπόρευμα και όχι ως χώρα στην οποία ζουν άνθρωποι με διαφορετικές απόψεις μεταξύ τους. Αν αυτό για τους αμερικανούς διανοούμενους όπως ο Τσόμσκι, ο Τζέιμσον ή ο Ρίτσαρντ Σένετ φαντάζει εξοργιστικό - γιατί είναι πέρα ως πέρα αληθινό - δεν ενοχλεί καθόλου όσους υπό το πρόσχημα της όποιας αναγκαιότητας προσαρμογής σε ένα περιβάλλον απανωτών αλλαγών τολμούν και ανασχεδιάζουν τον κόσμο.
Αλλά πού οφείλεται αυτό το θράσος; Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα των νεοσυντηρητικών, ο Σαλμόν λέει ότι το θεωρητικό υπόβαθρό τους δεν είναι θρησκευτικό, όπως υποστηρίζουν. Το θρησκευτικό αίσθημα επί του προκειμένου λειτουργεί προσχηματικά. Χρησιμοποιώντας τα ΜΜΕ επί χρόνια, μετέτρεψαν την πολιτική σε αντιπραγματικότητα γιατί αντελήφθησαν ότι το κλειδί για την κατάκτηση της εξουσίας δεν είναι πλέον τα λογικά επιχειρήματα σε ένα συνεκτικό πλαίσιο που να συνοδεύονται κι από κάποιο πολιτικό όραμα, αλλά οι πειστικές αφηγήσεις.
Το ζήτημα λοιπόν δεν ήταν πώς να λες ψέματα αλλά πώς να τα λες με δόλιο τρόπο - και δόλιες προθέσεις. Ετσι, αν καταφέρεις να προκαλέσεις μεγάλα ρεύματα ακροαματικότητας υπέρ σου, έχεις πετύχει, αλλιώς εξαφανίζεσαι. Το φαινόμενο εμφανίζεται την εποχή του Ρόναλντ Ρίγκαν και της Μάργκαρετ Θάτσερ.
Ο Ρίγκαν πέτυχε γιατί μιλούσε στην καρδιά - όχι στη λογική - των Αμερικανών, όπως η γιαγιά λέει παραμύθια στα εγγονάκια της.
  • Αν σήμερα ζούμε σε περίοδο κατακερματισμού της γνώσης, όπως υπονοεί ο Σαλμόν, αυτό αποδεικνύει τη χρεοκοπία των ιδεών, για τούτο και η κατακερματισμένη γνώση δίνει τη θέση της στην αφήγηση, δηλαδή στην τερατώδη πολυμορφική αφήγηση της καταστολής, το storytelling.
Ετσι και η διαφήμιση πέρασε από τον λογότυπο του προϊόντος στην αφήγηση και η πολιτική ρητορική έδωσε τη θέση της στη σκηνοθεσία της πραγματικότητας, τις ιστορίες. Ο ύψιστος στόχος της προπαγάνδας είναι βέβαια η επιβολή του μεγάλου ψέματος. Τον ρόλο που έπαιξαν τα αμερικανικά ΜΜΕ στην πολιτική του Τζορτζ Μπους του νεώτερου αναλύει με ανελέητο τρόπο ο Σαλμόν.
Με αιχμή του δόρατος το τηλεοπτικό κανάλι Fox του Ρούπερτ Μέρντοκ, στήθηκε ένας τεράστιος μηχανισμός προπαγάνδας. Εξαγοράστηκαν συνειδήσεις, διεσπάρησαν ψευδείς ειδήσεις και κιβδηλοποιήθηκε το άλλοτε περίφημο αμερικανικό σύστημα ενημέρωσης. Και όλα τούτα έγιναν με δημόσιο χρήμα.
  • Ακόμα και η τωρινή παγκόσμια οικονομική κρίση είναι σε μεγάλο βαθμό το τίμημα αυτής της τερατώδους βιομηχανίας του ψεύδους, που όπως λέει ο συγγραφέας έβαλε «φωτιά στα μυαλά». Το μπουμπουνητό της μάχης Το μέλλον μοιάζει δυσοίωνο.
Μας προειδοποίησε από το 2000 ακόμη ο διάσημος σκηνοθέτης Λαρς φον Τρίερ σε ένα εξαιρετικά ανησυχητικό κείμενό του με τίτλο Defocaliser (Αφεστίαση): «Ο εχθρός είναι η Ιστορία.
Το θέμα, που παρουσιάζεται αδιαφορώντας για την όποια ευπρέπεια. Αλλά είναι επίσης το γεγονός ότι η βαρύτητα ενός επιχειρήματος εξαρτάται, υποτίθεται, από την εκτίμηση του θεατή με βάση ένα σωρό απόψεις και παραθέσεις γεγονότων αντισταθμιζόμενων με τα αντίθετά τους. Είναι η λατρεία του περιγράμματος, πανίσχυρου και εις βάρος του θεάματος από το οποίο προέρχεται.
Αυτό το θέμα, που είναι ίσως ο πραγματικός θησαυρός της ζωής, έγινε καπνός μπροστά στα μάτια μας. Πώς να το ξαναβρούμε; Πώς να το μεταβιβάσουμε, να το περιγράψουμε; Η ύστατη πρόκληση του μέλλοντος είναι να βλέπουμε χωρίς να κοιτάμε: η αφεστίαση!» λέει ο Τρίερ και καταλήγει: «Αυτός που θα βλέπει χωρίς να εστιάζει θα είναι ο επικοινωνός της εποχής μας - ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο!». Αλλά δεν υπάρχει ευθύγραμμη κίνηση στην Ιστορία - γνωστά πράγματα.
Για αυτό και ο Σαλμόν λέει όχι παρηγορητικά αλλά μάλλον διαπιστωτικά: «Εκδηλώνονται συμβολικές πρακτικές αντίστασης, που αποβλέπουν στην αχρήστευση της μηχανής που κατασκευάζει παραμύθια "αφεστιάζοντας", αποσυγχρονίζοντας τις αφηγήσεις της».
Και συμπεραίνει στο τέλος, κρίνοντας από τις αντιδράσεις της κοινωνίας των πολιτών ότι έχουμε πλέον και «μια αντιαφήγηση, γιατί - κι εδώ παραπέμπει στον Μισέλ Φουκό - πρέπει να ακούσουμε το μπουμπουνητό της μάχης».
Το ΒΗΜΑ, 13/07/2008 , Σελ.: S01Κωδικός άρθρου: B15408S011ID: 295774
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=15408&m=S01&aa=1

Για πανεπιστήμια υψηλής στάθμης στην Ευρωπαϊκή Ενωση

Euroland
Για πανεπιστήμια υψηλής στάθμης στην Ευρωπαϊκή Ενωση
Tου Γιαννη Κοτοφωλου

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει μελέτη, πολύ σπουδαίων Ευρωπαίων και Αμερικανών πανεπιστημιακών, που αναφέρεται στις προτεραιότητες των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, τις αλλαγές αναβάθμισης δηλαδή, για τον 21ο αιώνα.

Η μελέτη (που παρουσιάσθηκε στις Βρυξέλλες), ξεκινάει με την περίφημη «κατάταξη της Σαγκάης», όπου εμφανίζονται τα κορυφαία 50 πανεπιστήμια του κόσμου και μετά τα υπόλοιπα 450 που συμπληρώνουν τη λίστα των πεντακοσίων. Βεβαίως στα πρώτα 50 κυριαρχούν απόλυτα σχεδόν, έναντι των πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα αμερικανικά πανεπιστήμια!

Το βασικό συμπέρασμα της συγκεκριμένης μελέτης, είναι ότι η Ευρώπη, προκειμένου να περάσει στην παγκόσμια τεχνολογική πρωτοπορία και να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στην εποχή της παγκοσμιοποίησης (ΗΠΑ, Κίνα, Ινδία κλπ.), χρειάζεται ν’ αυξήσει τις καινοτομίες της και να τις αναδείξει στη πιο κρίσιμη μηχανή της οικονομικής της ανάπτυξης. Για να συμβεί όμως αυτό, υπογραμμίζει η μελέτη, θα πρέπει οπωσδήποτε να επενδύσει η Ε.Ε., πολύ περισσότερα χρήματα στην ανώτατη παιδεία.


Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση αποτελεί βασική παράμετρο στη συνολική ικανότητα μιας χώρας και η απόδοσή της, οι επιδόσεις δηλαδή της ανώτατης παιδείας, αποτελούν άμεση συνάρτηση της εκτεταμένης έρευνας στα πανεπιστήμια. Αυτό είναι το πλεονέκτημα των αμερικανικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στις ΗΠΑ οι δαπάνες για τα πανεπιστήμια αντιστοιχούν στο 3,3% του ΑΕΠ, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ενωση μόλις στο 1,3% του ΑΕΠ.

Οι προτάσεις που διατυπώνουν όλοι αυτοί οι ακαδημαϊκοί, για το πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα, συμπυκνώνονται σε τρεις κατευθύνσεις:

Πρώτη: Σημαντική αύξηση (λοιπόν) της χρηματοδότησης. Τα καλύτερα πανεπιστήμια, στο top 50 της λίστας, έχουν και τους μεγαλύτερους προϋπολογισμούς ανά φοιτητή. Ας σημειωθεί ότι, ενώ στην Ε.Ε. η μέση ετήσια δαπάνη ανά φοιτητή είναι 8.700 ευρώ, στις ΗΠΑ η αντίστοιχη δαπάνη ανέρχεται στα 36.500 ευρώ!

Δεύτερη: Η επόμενη κατεύθυνση είναι η ενίσχυση της πανεπιστημιακής αυτονομίας και στην προκειμένη περίπτωση, οι συντελεστές της μελέτης, εννοούν τη δυνατότητα των ίδιων των πανεπιστημίων, στις προσλήψεις των καθηγητών και στη διαμόρφωση των αμοιβών. Τα πανεπιστήμια της νότιας και μεσογειακής Ευρώπης, όπως ιδιαίτερα επισημαίνεται (βλέπε φυσικά και Ελλάδα), είναι αυτά που χαρακτηρίζονται σήμερα από τον χαμηλότερο βαθμό αυτονομίας. Στα κριτήρια ανεξαρτησίας των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, υπολογίζεται και ο αριθμός των επιτυχημένων και ξεχωριστών ανθρώπων της οικονομικής ζωής και του πνεύματος, που συμμετέχουν στις διοικήσεις τους (ανθρώπων έξω από τα στενά όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας).

Τρίτη: Ως τελευταία βασική κατεύθυνση, για την αναβάθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και την είσοδο των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων στη καρδιά της πρωτοπορίας, τονίζεται η ενίσχυση της κινητικότητας (φοιτητών και καθηγητών) και του ανταγωνισμού μεταξύ των πανεπιστημίων.

Γιατί η αύξηση των χρημάτων και της αυτονομίας, θα πρέπει να συμβαδίζει με τη λογοδοσία περί των πεπραγμένων και των αποδόσεων των ανωτάτων ιδρυμάτων. Πρέπει δηλαδή να υπάρχουν συγκεκριμένα και υψηλά στάνταρ για ν’ αναπτύσσεται ο ποιοτικός ανταγωνισμός. Και στη βάση αυτή, προσθέτει με έμφαση η μελέτη των επαϊόντων, η Ευρωπαϊκή Ενωση θα πρέπει ν’ αυξήσει εντυπωσιακά την οικονομική βοήθεια που προσφέρει για την έρευνα, η οποία, να επαναλάβουμε, αποτελεί και το στοιχείο υπεροχής και επιτυχίας των αμερικανικών πανεπιστημίων.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economyagor_1_13/07/2008_277523