Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Διηγείται ο κ. Δημήτρης Ντούλιας, Πλωτάρχης Π.Ν.:

------------

Thodoris Zoulianitis

Ήμουν στο Ναυτικό το 1952, και βρισκόμουνα στην Πλατεία Κλαυθμώνος ( όχι όπως είναι σήμερα).
Εκείνη τη στιγμή έπεφτε ο ήλιος και θα γνωρίζετε ότι με τη δύση του γίνεται υποστολή της σημαίας.
Τότε το Υπουργείο Ναυτικών ήταν εκεί και η σημαία κυμάτιζε... στο κτήριο....

Σήμερα είναι άλλες υπηρεσίες του Ναυτικού.
Πάντα κάθε πρωί, θα θυμούνται οι παλιοί, γινόταν έπαρση της σημαίας
και σταματούσαν τα πάντα, όπως και στη δύση του ηλίου γινόταν υποστολή.
Ήταν στιγμές ωραίες, απίθανες, που ζούσαν τότε οι άνθρωποι.

Το άγημα αποδόσεως τιμών στο χώρο του, και ακούμε το σαλπιγκτή να δίνει το σύνθημα για την υποστολή της σημαίας.
Το άγημα παρουσιάζει όπλα.
Ο αξιωματικός χαιρετά και παίζεται ο Θούριος.
Όλοι οι παριστάμενοι εκεί και οι περαστικοί, όπως και εγώ, σταθήκαμε στάση προσοχής.
Αποδίδεις μ΄αυτό τον τρόπο την τιμή στο ιερό μας σύμβολο, στη γαλανόλευκη σημαία.

[Καθώς] ο αρμόδιος αξιωματικός χαιρετά, η ματιά του πέφτει λοξά και βλέπει κάτι παράξενο, και η ψυχή του ταράζεται...

Τελειώνοντας η διαδικασία της υποστολής της σημαίας, οι διαβάτες συνεχίζουν το δρόμο τους, ενώ εγώ παρέμεινα από συνήθεια λίγο ακόμα.
Βλέπω [ξαφνικά] το νεαρό αξιωματικό να κατευθύνεται θυμωμένος προς ένα γεροδεμένο πλανόδιο καστανά.
Βλέπετε τότε η πλατεία ήταν κενή και στις γωνίες ήταν πάντα στιλβωτές (λούστροι) και καστανάδες που μας λείπουν τώρα.
Και του είπε: ''Γιατί δε σηκώθηκες όρθιος για να τιμήσεις τη σημαία μας;
δεν έχεις φιλότιμο'' κ.λ.π.

Ο άνθρωπος έμεινε βουβός, εγώ παρακολούθησα έντρομος και φοβερά συγκλονισμένος το τι έγινε.
Μετά βλέπω τον καστανά ότι έγινε κατακόκκινος και άρχισε να τρέμει.
Ήθελε να φωνάξει, αλλά βλέπω με έκπληξη ότι συγκρατείται και σκύβοντας το κεφάλι του άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
Όμως συνέρχεται γρήγορα, σκουπίζει τα δάκρυά του και με πολλή δύναμη των χεριών του (αυτά ήταν γερά) στυλώνει το σώμα του δυνατά, σπρώχνει τον πάγκο του με τα κάστανα μπροστά και φωνάζει με όλη την ψυχή του στο νεαρό αξιωματικό: ''Πώς να σηκωθώ, κύριε; Της τα έδωσα της Πατρίδας και τα δυο'' και σηκώνει τα μπατζάκια του παντελονιού, όπου φάνηκαν δύο πόδια κομμένα πάνω από τα γόνατα.

Και ξαναρχίζει να κλαίει.
Ο κόσμος, όπως κι εγώ, γύρω του κλαίει και χειροκροτεί, όμως περισσότερο από όλους κλαίει ο νεαρός αξιωματικός.

Έχουν περάσει περίπου 60 χρόνια. Ποιος ξέρει τι γίνεται [τώρα].

Εκείνη τη στιγμή έγινε κάτι το αλησμόνητο, φοβερή σκηνή για Όσκαρ.
Ο αξιωματικός σκύβει και αγκαλιάζει και φιλά τον καστανά, ενώ στη συνέχεια στέκεται ευθυτενής μπροστά στον ήρωα και φέρνει το δεξί του χέρι στην άκρη του γείσου του πηληκίου του και τον χαιρετά στρατιωτικά.
Του απονέμει ''τας κεκανομισμένας τιμάς'', που δεν μπόρεσε εκείνος τυπικά να αποδώσει στη σημαία μας, γιατί της χάρισε και τα δυο πόδια στα βορειοηπειρωτικά βουνά μας , για να μπορεί να κυματίζει σήμερα ψηλά η
κυανόλευκη σημαία σε λεύτερη πατρίδα.
Και οι άλλοι, οι πολλοί, να μπορούν να πηγαίνουν με γρήγορο βήμα στις ειρηνικές απασχολήσεις τους, χωρίς να γνωρίζουν ότι περνούν μπροστά από έναν ήρωα του αλβανικού μετώπου, τον Έλληνα ήρωα πολεμιστή, όποιο επάγγελμα και νά΄χει.

(Πηγή: greveniotis.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια: