Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Δικαιοσύνη

«​Θα με βοηθήσεις να βρω τον τάφο του πατέρα μου;» Αυτή την ερώτηση μου απηύθυνε καλή φίλη πριν από πολλά χρόνια. Ημασταν και οι δύο δεκαεννιά στα είκοσι. Η κοπέλα είχε χάσει τον πατέρα της ξαφνικά, από ανακοπή, όταν εκείνη ήταν δέκα στα έντεκα. Ηταν μπροστά όταν συνέβη, το έζησε και, βέβαια, δεν το ξέχασε ποτέ.
Πλην όμως, αρνήθηκε να πάει στην κηδεία του. Για την ακρίβεια, έφτασε ώς την πύλη του κοιμητηρίου και αρνήθηκε να προχωρήσει. Δεν παρέστη στην ταφή. Ηταν η απελπισμένη προσπάθεια ενός παιδιού να πείσει τον εαυτό του ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει. Γι’ αυτό και δεν επισκέφθηκε τον τάφο του πατέρα της ούτε μέσα στις επόμενες εβδομάδες, μήνες ή και χρόνια. Το τραύμα ζεμάταγε και δεν το άντεχε.

Η απόφασή της αυτή, ωστόσο, είχε ένα τίμημα: δεν ήξερε πού είναι θαμμένος ο πατέρας της. Ηρθε το πλήρωμα του χρόνου και το παλαιό νεκροταφείο της Βούλας, όπου είχε ταφεί, διαλυόταν. Η ενημέρωση από τον δήμο έλεγε ότι οι συγγενείς όφειλαν να φροντίσουν σε εύλογο χρονικό διάστημα για τη μετακομιδή των οστών των τεθνεώτων συγγενών τους. Από εκεί και μετά δεν έφερε καμία ευθύνη για την τύχη τους.
Σπεύσαμε στο παλιό κοιμητήριο. Ανοιγμένοι τάφοι, απομεινάρια ρούχων, κομμάτια από φέρετρα, ακόμα και οστά σκορπισμένα. Μακάβρια, αποκαρδιωτική εικόνα. Το χειρότερο όμως ήταν ότι έπρεπε να πηγαίνουμε από μνήμα σε μνήμα, σε όσα δηλαδή δεν είχαν ακόμα ανοιχτεί, και να διαβάζουμε τα ονόματα. Η φίλη δεν είχε ιδέα κατά πού έπρεπε να ψάξουμε.
Χειμώνας ήταν, νύχτωνε νωρίς. Με αναπτήρες φωτίζαμε τα σκαλισμένα ονόματα. Κάποτε ο τάφος βρέθηκε. Αφησα για λίγο τη φίλη μόνη της μέχρι που νύχτωσε αρκετά και ήρθε η ώρα να φύγουμε. Παιδιά ήμασταν και δεν μας κατέθλιψε τίποτα. Γελούσαμε κιόλας νομίζω. Η φίλη είχε βέβαια ησυχάσει. Ηθελε να έχει μια ιδέα που είχε ταφεί αρχικά ο πατέρας της όταν τον έχασε. Το νέο νεκροταφείο δεν θα της έλεγε τίποτα για τη μνήμη της.
Μυστήριο πράγμα η μνήμη. Η προσωπική μα και η συλλογική. Εστω και την τελευταία στιγμή, η κοπέλα ανταποκρίθηκε σε αυτήν, όταν κάτι μέσα της έλεγε ότι τώρα μπορούσε να την αντέξει, να την υποστηρίξει. Ζόρικο πράγμα να υποστηρίζεις τη μνήμη σου, διότι η μνήμη είναι και δίκοπο μαχαίρι: σε φορτίζει αλλά μπορεί κάλλιστα και να σε αδειάσει.
Σε επίπεδο κοινωνιών, εθνών, η μνήμη γίνεται ακόμα πιο ζόρικη. Υποτίθεται ότι εκεί έρχεται ο ιστορικός: μελετά το παρελθόν για να απελευθερωθούμε από αυτό. Στη χώρα μας, επειδή η μελέτη της Ιστορίας συχνά νοείται με όρους αγιογραφίας ή δαιμονοποίησης, μένουμε αγκυλωμένοι στο παρελθόν, σε ένα παρελθόν μάλιστα που βρίσκεται πιο κοντά στη μυθοπλασία παρά στην πραγματικότητα. Οπως με την κοπέλα που ήρθε αντιμέτωπη με τη δική της ιστορία, κατάματα, πέρα από τις όποιες διακρατικές συμφωνίες (ζωτικής σημασίας, ωστόσο, διότι χαράσσουν τομές), ο ιστορικός χρόνος, με τη δική του, αμείλικτη νομοτέλεια, θα φέρει τα πράγματα στην κανονική τους διάσταση. Με τους στίχους του Γιώργου Σεφέρη: «Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη».
ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: