Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Οπισθοδρόμηση ολοταχώς στα ελληνικά πανεπιστήμια

Β​​ασικά θέματα της επικαιρότητας τους τελευταίους μήνες είναι το πώς θα κλείσει η αξιολόγηση και αν θα υπάρξει ρύθμιση για το χρέος. Η ενασχόληση με τα θέματα αυτά έχει ως συνέπεια να παραβλέπονται πτυχές της οικονομίας που είναι θεμελιώδεις για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της χώρας και την έξοδο από την κρίση, όπου η κατάσταση χειροτερεύει διαρκώς.
Μία από αυτές είναι η εκπαίδευση και ειδικότερα τα πανεπιστήμιά μας. Η χειροτέρευση αφορά τη σταδιακή κατάργηση του νόμου 4009/2011 (νόμος Διαμαντοπούλου) και τις αλλαγές που επιθυμεί να επιφέρει ο υπουργός Παιδείας κ. Γαβρόγλου.

Να αρχίσουμε με μια σύντομη ανασκόπηση. Αν και κάποιες νησίδες αριστείας υπάρχουν, οι γενικές επιδόσεις των ελληνικών πανεπιστημίων είναι μέτριες σχετικά με τους δαπανώμενους πόρους. Ακόμα και στα χρόνια πριν από την κρίση, κανένα ελληνικό πανεπιστήμιο δεν ήταν στα διακόσια καλύτερα του κόσμου (κατάταξη Shanghai Jiao Tong, 2007). Το Βέλγιο για παράδειγμα, με την ίδια περίπου δαπάνη κατά κεφαλήν, είχε τέσσερα πανεπιστήμια στα 150 καλύτερα.
Οι μέτριες επιδόσεις οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην κακή διακυβέρνηση. Τα προβλήματα στη διακυβέρνηση είναι παρόμοια με αυτά σε άλλους δημόσιους οργανισμούς (π.χ. νοσοκομεία, ΔΕΚΟ): υπερβολική εξάρτηση από την εκάστοτε κυβέρνηση και συνεπαγόμενη έλλειψη ενός αυστηρού και αξιόπιστου πλαισίου ελέγχου και λογοδοσίας. Τα πανεπιστήμια εξαρτώνται πλήρως από το υπουργείο Παιδείας για όλες τις σημαντικές λειτουργικές τους αποφάσεις, όπως ο αριθμός των εισακτέων, οι προσλήψεις και αμοιβές του προσωπικού, και οι επενδύσεις σε κτίρια και εξοπλισμό. Οι πόροι που το υπουργείο διαθέτει στα πανεπιστήμια δεν έχουν καμία σχέση με δείκτες απόδοσης και ο έλεγχος σε επίπεδο πανεπιστημίου είναι ανύπαρκτος.
Το σύστημα αυτό επιβιώνει επειδή ωφελεί μικρές αλλά ισχυρές ομάδες συμφερόντων, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Η έλλειψη ελέγχου οδηγεί σε φαινόμενα κακοδιαχείρισης και σπατάλης, καθώς και σε συναλλαγές μεταξύ κάποιων πανεπιστημιακών και εκπροσώπων κομματικών παρατάξεων, με τους τελευταίους να στηρίζουν τους πρώτους στις πρυτανικές εκλογές και άλλες διαδικασίες με διάφορα ανταλλάγματα. Η έλλειψη κινήτρων αριστείας επιτρέπει σε άτομα χωρίς ακαδημαϊκές ικανότητες να διορίζονται και να ανεβαίνουν στις πανεπιστημιακές βαθμίδες.
Ο νόμος 4009/2011 ήταν ένα σημαντικό βήμα για να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Μειώνοντας δραστικά τη συμμετοχή των φοιτητών στην εκλογή πρυτάνεων και στη λήψη άλλων σημαντικών αποφάσεων, θα έβαζε τέλος στη συναλλαγή μεταξύ κομματικών παρατάξεων και πρυτανικών αρχών. Θεσπίζοντας τον θεσμό του Συμβουλίου Ιδρύματος (Σ.Ι.), το οποίο μεταξύ άλλων θα έλεγχε τον πρύτανη και τα οικονομικά του πανεπιστημίου, θα περιόριζε τα φαινόμενα κακοδιαχείρισης. Τα πανεπιστήμια θα αποκτούσαν επίσης μεγαλύτερη ευχέρεια στη διαχείριση των πόρων τους και την ανεύρεση νέων, καθώς και σε άλλες λειτουργικές αποφάσεις. Η αυξημένη αυτονομία προϋποθέτει αξιόπιστο έλεγχο σε επίπεδο πανεπιστημίου, που ο νόμος καθιέρωσε μέσω των Σ.Ι.
Οι αλλαγές είχαν ως στόχο τα ελληνικά πανεπιστήμια να προσεγγίσουν τον τρόπο λειτουργίας αυτών στις περισσότερες προηγμένες χώρες. Ο νόμος 4009/2011 θα έπρεπε μάλιστα να συμπληρωθεί από επιπλέον αλλαγές που αντιστοιχούν σε διεθνείς πρακτικές. Για παράδειγμα, τα πανεπιστήμια θα έπρεπε να καθορίζουν τα ίδια τον αριθμό των εισακτέων, και οι πόροι που λαμβάνουν από το υπουργείο να εξαρτώνται από την απόδοσή τους σε διδασκαλία και έρευνα. Επίσης τα Σ.Ι. θα έπρεπε να έχουν διευρυμένες αρμοδιότητες, π.χ. να έχουν τη δυνατότητα, σε ακραίες περιπτώσεις, να παύσουν πρυτάνεις που δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Ο νόμος πάντως δημιούργησε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μελλοντικές τέτοιες αλλαγές θα ήταν εφικτές.
Οι αντιδράσεις στον νόμο ήταν ισχυρές και προέρχονταν από τις πληττόμενες ομάδες συμφερόντων. Σε πολλά πανεπιστήμια, τα Σ.Ι. αντιμετωπίστηκαν από τις πρυτανικές αρχές όχι μόνο χωρίς διάθεση συνεργασίας και αναγνώρισης του ελεγκτικού τους ρόλου, αλλά με απαξίωση και εχθρότητα. Ακόμα και στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ένα από τα καλύτερα ελληνικά πανεπιστήμια, συναντήσαμε τέτοια φαινόμενα, ως εξωτερικά μέλη του Σ.Ι. Οι πιέσεις ενάντια στα Σ.Ι. μεταφέρθηκαν στους εκάστοτε υπουργούς Παιδείας, οι οποίοι από τον κ. Μπαμπινιώτη και μετά (κ. Αρβανιτόπουλος, Λοβέρδος, Μπαλτάς, Φίλης και Γαβρόγλου) κατάργησαν σταδιακά τις λίγες αρμοδιότητές τους.
Με το νέο νομοσχέδιο που έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, ο κ. Γαβρόγλου επιδιώκει να καταργήσει πλήρως τα Σ.Ι. και να αποκαταστήσει τις χειρότερες πλευρές του προηγούμενου συστήματος, όπως την ουσιαστική συμμετοχή των φοιτητών στη διοίκηση των πανεπιστημίων.  Ο εσωτερικός έλεγχος που ο κ. Γαβρόγλου θέλει να θεσμοθετήσει είναι αστείος, καθώς το ελεγκτικό όργανο θα υπόκειται στον πρύτανη ή σε άλλα εσωτερικά πανεπιστημιακά όργανα. Ο κ. Γαβρόγλου κατηγορεί τα Σ.Ι. ως προβληματικό και αντιδημοκρατικό θεσμό, παραγνωρίζοντας πλήρως τις διεθνείς πρακτικές. Από τις πελατειακές λογικές του παρελθόντος, έχουμε πλέον περάσει σε συνδυασμό πελατειασμού και περιθωριακών αντιλήψεων.
Οι σχεδιαζόμενες αλλαγές θα μειώσουν επίσης τους πόρους των πανεπιστημίων, καθώς για παράδειγμα τα μεταπτυχιακά προγράμματα περιορίζονται δραστικά. Τα πανεπιστήμια θα καταστούν έτσι ακόμα πιο εξαρτημένα από το υπουργείο, και τα καλύτερα από αυτά (που ήταν σε θέση να προσφέρουν τα καλύτερα μεταπτυχιακά) θα πληγούν περισσότερο.
Δυστυχώς, σχεδόν όλες οι καινοτομίες που εισήγαγε ο νόμος 4009/2011 σταδιακά καταργούνται και γυρίζουμε σε ένα σύστημα χειρότερο από το προηγούμενο. Η σχέση της πολιτείας με τα πανεπιστήμια θα συνεχίσει να επικεντρώνεται στα λάθος θέματα:  πόσοι από τους κρατικούς πόρους, οι οποίοι πλέον είναι λιγοστοί, θα διατίθενται στα πανεπιστήμια, αντί για το πώς ο τρόπος λειτουργίας αυτών θα τεθεί σε σωστές βάσεις ακολουθώντας τα διεθνή πρότυπα. Χωρίς δραστικές τομές προς την κατεύθυνση αυτή, τα ελληνικά πανεπιστήμια θα συνεχίσουν να έχουν χαμηλές επιδόσεις. Το υπάρχον τέλμα θα αυξάνει την οικονομική ανισότητα (καθώς οι πιο ευκατάστατοι θα στέλνουν τα παιδιά τους σε πανεπιστήμια του εξωτερικού) και θα υποθηκεύει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της χώρας.
* Ο κ. Δημήτρης Βαγιανός είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο London School of Economics και πρώην μέλος του Συμβουλίου Ιδρύματος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
** O κ. Χάρης Ντέλλας κατέχει την έδρα της Μακροοικονομίας και είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης. Είναι πρώην μέλος του Συμβουλίου Ιδρύματος του ΟΠΑ.
*** Ο κ. Αμεντέο Οντόνι είναι ομότιμος καθηγητής Αεροναυπηγικής και Αστροναυπηγικής στο MIT. Ηταν πρόεδρος του Συμβουλίου Ιδρύματος του ΟΠΑ. 

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: