Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

Πέτρινα χρόνια σε πέτρινο τόπο

Γράφει ο Δρ. Γιάννης Θ. Πολυράκης, Γεωπόνος, Συγγραφέας
Η κυρά-Μαριγώ ήταν μια κλασσική Σφακιανή αγρότισσα που στη δεκαετία του’ 50, διάνυε κι εκείνη την 5η δεκαετία της ζωής της. Λεπτή, κοντακιανή, με ολόσγουρα μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν αν και δεν τα είχε ποτέ σε κοινή θέαση, καθώς τα κάλυπτε το πατροπαράδοτο μαύρο τσεμπέρι που συμπλήρωνε την ολόμαυρη φορεσιά της. Κι όταν το στερνοπαίδι της ο μικρός Γιάννης την ρωτούσε επίμονα πολλές φορές γιατί ήταν μαυροντυμένη συνεχώς, του απαντούσε: «Τα παντέρμα τα μαύρα άμα τα βάλεις, δεν τα ξαναβγάνεις»…Κλασσική απάντηση της εποχής, με νωπές τις πληγές ενός πολέμου και ενός αδερφοφάγου εμφύλιου και με κάποια βεντέτα ν’ αποζητά το δικό της το κανίσκι στο Χάρο!…

… Και ο καιρός κύλαγε ήσυχα στο μικρό βοσκοχώρι, το χαμένο στην απεραντοσιά του πευκοδάσους και του βραχοφύτευτου ανάγλυφου στις υπώρειες των Μαδάρων στα Δυτικά Σφακιά. Η κυρά- Μαριγώ ήταν αφοσιωμένη στις δουλειές του σπιτιού καθώς είχε να μεγαλώσει πέντε παιδιά, μα και να συνδράμει το σύζυγο στις αγροτικές ενασχολήσεις της οικογένειας. Ανάμεσα σ’ αυτές ήταν και το λιομάζωμα από τα λίγα ελαιόδεντρα της οικογένειας. Εκείνη την εποχή, δεν υπήρχαν ελαιόπανα και ο ελαιόκαρπος μαζευόταν ένα-ένας από το έδαφος και αφού είχε προηγηθεί ένα γερό ράβδισμα στο δένδρο. Δουλειά επίπονη και κοπιαστική, στην οποία είχε “αρωγούς” και τα δυο μικρότερα αγόρια της. Κι εκείνα, απρόθυμα, μάζευαν τον ελαιόκαρπο με ραθυμία και με πληγιασμένα πολλές φορές τα δαχτυλάκια από τα αγκάθια που φύτρωναν γύρωθε. Γέμιζαν μικρά κονσερβοκούτια, και τα άδειαζαν σε ένα μεγάλο καλάθι. Η κυρά-Μαριγώ, για να “τονώσει”…το ηθικό των δυο αγοριών, κίναγε ένα παραμύθι αυτοσχέδιο που τα έκανε να προσηλώνονται στην πλοκή του και ενστικτωδώς να μαζεύουν και να γεμίζουν συνεχώς τα κονσερβοκούτια τους! Και ήταν γλυκόλαλη η μάνα, με άρτια άρθρωση και φαντασία απύθμενη! Το παραμύθι, δεν έλεγε να τελειώσει. Κράταγε, μέχρι να ολοκληρωθεί η δουλειά της ημέρας και συνήθως έλεγε στα δυο αγόρια: «Εντάξει παιδιά μου, τελειώσαμε για σήμερα. Πάμε στο σπίτι μας και αύριο πάλι που θα έρθουμε, θα συνεχίσω το παραμύθι…». Τούτο, ήταν το κίνητρο για τα δυο αγόρια να κινήσουν ενωρίς την επομένη για το λιομάζωμα…

…Ερχόταν όμως και το καλοκαίρι, και ανάμεσα στις άλλες ασχολίες της κυρά-Μαριγώς ήταν το άλεσμα του σιταριού το οποίο θα προστίθετο στο ξινισμένο γάλα από το κοπάδι, προκειμένου να παρασκευασθεί ο τραχανάς (ξινόχοντρος) της χρονιάς. Το σιτάρι, έπρεπε να καθαριστεί επιμελώς από τυχόν πετραδάκια και κάποιους σπόρους ζιζανίων. Εργασία που απαιτούσε χρόνο που εκείνη συνήθως δεν διέθετε, σαν ήταν πολυάσχολη. Καλούσε λοιπόν τα δυο μικρότερα αγόρια της, έβαζε από 1-2 χούφτες σιτάρι σε δυο χωριστούς σωρούς πάνω στο τραπέζι και τους έλεγε: «Για να ιδώ, ποιο παιδί θα απλώσει το σιτάρι και θα μου φτιάξει… την Κρήτη;» Τα δυο παιδιά –που σημειωτέον ήταν άριστοι μαθητές στο σχολειό τους- έπεφταν στον “ανταγωνισμό”. Σε λίγο, δυο Κρήτες είχαν σχηματισθεί από τα επιδέξια τους τα δαχτυλάκια. Πλησίαζε η μάνα, τα επιβράβευε: «Μπράβο παιδιά μου….Και οι δυο Κρήτες είναι το ίδιο όμορφες!…Μπράβο!» και συνέχιζε: «Ε, τώρα, για να είναι πιο όμορφη η δουλειά σας, βγάλετε τις πετρούλες που είναι ανάμεσα στα στάρια… και εκείνους τους σπόρους της ήρας (ζιζάνιο)…».
Τα παιδιά, συμμορφώνονταν, η μάνα μάζευε το καθαρισμένο σιτάρι, αλλά δεν τέλειωνε εδώ. Συνέχιζε: «Για να ιδώ ποιο παιδί θα μου φτιάξει τώρα… την Πελοπόννησο;» σε νέους σωρούς σιταριού που κουβαλούσε με τις χούφτες.
Ο ίδιος ανταγωνισμός απ’ τα παιδιά, ο ίδιο έπαινος από τη μάνα και η ίδια παρότρυνση για απομάκρυνση μικρών χαλικιών και ζιζανίων. Η εργασία συνεχιζόταν με την κατασκευή της… Χαλκιδικής, της Θράκης, της Εύβοιας και άλλων γεωγραφικών διαμερισμάτων της Χώρας, που οι δυο μικροί μαθητές γνώριζαν άριστα. Και μάλιστα ήταν ευχαριστημένα, καθώς, αποδείκνυαν… στην πράξη τις γνώσεις τους! Αλλά, σε λίγη ώρα, το σιτάρι ήταν έτοιμο για τον ξινόχοντρο και όδευε στον χειρόμυλο του σπιτιού για άλεσμα από τα δυο παιδιά, που διασκέδαζαν την όλη προετοιμασία!
…Δεν τέλειωνε η εφευρετικότητα της κυρά-Μαριγώς σαν ήθελε να φέρει σε πέρας μια εργασία. Για παράδειγμα, έλεγε συχνά: «Οποιο παιδί πάει για το (τάδε) θέλημα, θα έχει…την ευχή μου!» Κάποια μικροδουλειά στην “ενδοχώρα” του μικρού χωριού. Κι εκείνα τα δυο έτρεχαν, (ή, και το ένα μόνο) προκειμένου να εκτελέσουν το θέλημα της μάνας και να εισπράξουν την ευχή της. Αυτό, μέχρι που κάποια στιγμή ο μικρός Γιάννης κατάλαβε ότι η ευχή ήταν ένας “άϋλος τίτλος”, σαν δεν του έδινε κάτι χειροπιαστό ως αμοιβή, και από τότε δεν έπιανε το εφεύρημα αυτό της μάνας, που εκείνη όμως εφεύρισκε κάποιο άλλο κίνητρο για το στερνοπούλι…
… Πολλά θα μπορούσε να γράψει ο γράφων για την εφευρετικότητα της μάνας και σε σοβαρότερα θέματα της οικογένειας…. Αρκείται σε αυτά τα ολίγα (αλλά ενδεικτικά) ανιστορούμενος την πρώιμη νιότη, αλλά λευκόμαλλος πλέον, καταθέτει σεμνά την ανιστόριση τούτη, στο θυμιατήρι της μνημοσύνης της κυρά-Μαριγώς
Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: