Σάββατο 15 Ιουνίου 2019

Η συγγνώμη ενός καθηγητή Λυκείου για τους μαθητές που βγήκαν κλαίγοντας από τις αίθουσες

Η συγγνώμη ενός καθηγητή Λυκείου για τους μαθητές που βγήκαν κλαίγοντας από τις αίθουσες

Με αφορμή τη δυσκολία των θεμάτων της Φυσικής στις Πανελλήνιες εξετάσεις ο καθηγητής του Λυκείου Κεραμειών Κεφαλλονιάς και συγγραφέας Ηλίας Τουμαζάτος, ζητεί συγγνώμη από τους μαθητές που δοκιμάζονται αυτές τις ημέρες. Το άρθρο του καθηγητή έχει γίνει Viral καθώς γονείς, μαθητές το αναρτούν συνεχώς στα Social Media.

Στενοχωριέμαι αφάνταστα όταν βλέπω παιδιά να βγαίνουν από τις αίθουσες των Πανελλαδικών Εξετάσεων με δάκρυα στα μάτια. Όχι, δεν είναι οι μαθητές που δεν προετοιμάστηκαν καλά. Είναι οι μαθητές και οι μαθήτριες που σ’ όλη τους τη σχολική ζωή προσπάθησαν να είναι συνεπείς, που διάβασαν πολύ και διαπιστώνουν ότι για κάποιους “υψηλούς νόες” του Υπουργείου που βάζουν τα θέματα, η προσπάθειά τους δεν είναι αρκετή. Σήμερα τα θέματα της Φυσικής ήταν 8 σελίδες! Τα θέματα, όχι οι απαντήσεις. Προχθές τα μαθηματικά δεν παλεύονταν. Ιδιαίτερα οι μαθητές των Θετικών Σπουδών κάθε χρόνο δέχονται απίστευτη πίεση, έχοντας να αντιμετωπίσουν μεγάλη ύλη, άπειρες ασκήσεις και τα…χούγια αυτών που εμπνέονται τα θέματα, για να αποδείξουν τί; Πόσο μεγάλοι επιστήμονες είναι;

Ζούμε σε τούτη τη χώρα το εξής παράλογο. Στην Α και τη Β Λυκείου για να περάσεις την τάξη χρειάζεσαι μέσο όρο 9,5. Γενικό μέσο όρο, όχι σε κάθε μάθημα ξεχωριστά. Τουτέστιν, μαθητές με 8 μαθήματα κάτω από τη βάση προάγονται στην επόμενη. Τί σου λέει το σύστημα; Παιδάκι μου, μη διαβάζεις, γιατί όσο χάλια και να πας δεν πρόκειται να μείνεις. Κανείς δεν έχει τολμήσει να καταργήσει αυτό το 9,5, κι όταν αυτό πήγε να γίνει, με λάθος τρόπο (το 2014) λύσσαξαν όλοι και το πήραν πίσω.

Κι έρχεται η Γ Λυκείου. Όπου ξαφνικά το σύστημα, εκεί που σου έλεγε “κοιμήσου αγελούδι μου κι η τύχη σου δουλεύει” σε βάζει να χτυπιέσαι κάτω σαν χταπόδι για να περάσεις σε μια σχολή της προκοπής. Διότι το πιο πιθανό είναι ότι με λίγη προσπάθεια κάπου θα περάσεις. Τουτέστιν, αν θες να μπεις σε μια σχολή με ωραίο όνομα και χωρίς συγκεκριμένο αντικείμενο, και να κάνεις ζωάρα για μερικά χρόνια, ξεκοκαλίζοντας το οικογενειακό εισόδημα, γράφεις ένα 5-6 στις πανελλαδικές και καθάρισες. Αν όμως θες να κάνεις κάτι πιο ουσιαστικό, κάτι πιο κοντά σε αυτό που ονειρεύεσαι,, όχι, πρέπει να υποφέρεις. Κι εκεί που σου λέγαμε, δεν πειράζει, καλό είναι και το 9,5, τώρα σε βάζουμε να τρέχεις σαν το άλογο κούρσας.

Και άντε να μάθεις συντακτικό στη Γ Λυκείου (κι ας έκανες αρχαία από την Α Γυμνασίου), κι άντε να πολεμάς να καταλάβεις τα μαθηματικά προσανατολισμού χωρίς να ξέρεις να κάνεις διαίρεση.

Σ’ αυτό το ονειρικό σύστημα, αυτοί που υποφέρουν είναι οι καλοί μαθητές. Κι όσο περνάει ο καιρός γίνονται όλο και λιγότεροι. Δέκα χρόνια είμαι στην εκπαίδευση – μικρός ο χρόνος, αλλά κάθε χρόνο η βουτιά είναι μεγαλύτερη. Κι όσο κατεβαίνει ο πήχυς, οι πολλοί εφησυχάζουν και οι συνεπείς υποφέρουν περισσότερο.
Θέλω να ζητήσω σήμερα μια μεγάλη συγνώμη από τα παιδιά που βγήκαν κλαίγοντας από τις αίθουσες. Ντρέπομαι που είμαι μέρος ενός συστήματος που λειτουργεί τόσο άδικα και τόσο παράδοξα. Συγνώμη από όλους τους μαθητές μου που τόσα χρόνια διαβάζουν, προσπαθούν και αγωνίζονται για κάτι καλύτερο. Κι εμείς τους ρίχνουμε σφαλιάρες, σαν να τους λέμε “Γιατί διάβαζες τόσα χρόνια; Ας έγραφες κι εσύ ένα 5 – φοιτητής θα ήσουνα πάλι. Γιατί να έχεις στόχους;” Αλλά ξέχασα. Στη χώρα τούτη, η αριστεία είναι κακό πράγμα.

Η αλλαγή της Γ Λυκείου που θα ισχύσει από φέτος, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση – αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα μόνη της.Και οι λιγότερες εξετάσεις στην Α και στη Β είναι θετικό μέτρο, αλλά τίποτα δεν μπορεί να γίνει αν δεν γίνει ένα πρώτο βήμα: Να καταργηθεί αυτό το “9,5”, που σου περνάει το μήνυμα “Μην κάνεις τίποτα, θα περάσεις”. Που παράγει γενιές χωρίς γενική παιδεία, ουσιαστικά πολιτισμικά αναλφάβητες. Που ψηφίζουν χωρίς να ξέρουν πώς διορίζεται η Κυβέρνηση. Ναι. Σας το υπογράφω. Εγώ είμαι ο δάσκαλος που δεν κατάφερε ούτε αυτό να μάθει στα παιδιά. Που 7 Ιουλίου βγάζουν κι αυτά πρωθυπουργό…. Γιατί να το μάθουν; Αφού θα περάσουν και χωρίς αυτό.

Συγνώμη, λοιπόν, παιδιά… Αλλά, ξέρετε κάτι; Μην το βάζετε κάτω. Η γνώση, η συνέπεια, η αξία δεν κρίνονται μόνο από ένα γραπτό. Όταν έχεις μάθει να δουλεύεις και να αγωνίζεσαι, η ζωή θα στο ανταποδώσει. Ακόμα και στη χώρα αυτή, που μισεί την προσπάθεια, που δεκαετίες τώρα εξισώνει τα πάντα προς τα κάτω. Βάλτε πείσμα.

Ακόμα και με μάτια δακρυσμένα, φιλαράκι, μην ξεχνάς να κοιτάς ψηλά. Και μπροστά.
Πηγή: ekefalonia.gr

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2019

Πως τα πανεπιστήμια εκφυλίστηκαν σε ακαδημαϊκές νεροτσουλήθρες

Πως τα πανεπιστήμια εκφυλίστηκαν σε ακαδημαϊκές νεροτσουλήθρες, Γιάννης Παπαμιχαήλ
Γιάννης Παπαμιχαήλ Αυτές τις ημέρες που οι υποψήφιοι για μία θέση στα ΑΕΙ δίνουν τη δική τους μάχη των πανελλαδικών εξετάσεων, αξίζει να ειπωθούν κάποιες πικρές αλήθειες. Η επιδίωξη της ανόδου του μορφωτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων (και θεσμικά ο εκδημοκρατισμός της εκπαίδευσης) δεν αντιστοιχεί μόνο στις ιστορικές εξελίξεις που χαρακτήρισαν τις παραγωγικές ανάγκες και τους τεχνικούς εκσυγχρονισμούς της νεότερης βιομηχανικής δυτικής κοινωνίας. Στο πλαίσιο του καταμερισμού της εργασίας, είχαν επίσης ένα σημαντικό ιδεολογικό ρόλο ως προς τον ορισμό των κριτηρίων της κοινωνικής ιεραρχίας και του κύρους ή της «αξίας» των διαφόρων επαγγελμάτων. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Κυριακή 26 Μαΐου 2019

Η γνωστική απαξίωση της επιστήμης

Σπύρος Μανουσέλης


Η σημερινή μόδα να υποβαθμίζονται και να απαξιώνονται «επιστημολογικά» οι προσπάθειες κατανόησης της πραγματικότητας μέσω της επιστήμης είναι στην πραγματικότητα το προϊόν μιας βαθύτατα αντιδραστικής πολιτικής αντίληψης και όχι το αποτέλεσμα των εξελίξεων στη φιλοσοφία-μεθοδολογία της επιστήμης, ένα γνωστικό πεδίο που δεν μπορεί, ούτε και οφείλει, να προδιαγράφει την πορεία των επιστημονικών εξελίξεων.

Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε ότι η ζωτική, όσο ποτέ, κοινωνική ανάγκη για συστηματική επιστημονική ενημέρωση των πολιτών σχετικά με τις εξελίξεις και τις εφαρμογές της επιστήμης είναι καταδικασμένη να παραμένει ανεκπλήρωτη όσο κυριαρχεί ο επιστημονικός αναλφαβητισμός, με τα ΜΜΕ να περιορίζονται στις γνωστές «εκλαϊκευτικές» πρακτικές: στην επιλεκτική προβολή μόνο των πιο εντυπωσιακών ανακαλύψεων ή τεχνολογικών καινοτομιών και όχι στην ευρύτερη δυνατή οικειοποίηση της επιστημονικής σκέψης που τις παράγει.

Στόχος του επιστημονικού εγγραμματισμού και της έγκαιρης-έγκυρης ενημέρωσης δεν είναι βέβαια να μετατρέψει τις/τους μη ειδικούς πολίτες σε ειδικούς επιστήμονες, αλλά να τους εξοικειώσει με τις νέες κατακτήσεις της επιστήμης, ώστε να είναι σε θέση να αποφασίζουν οι ίδιοι για τη σκοπιμότητα ή όχι των τεχνολογικών εφαρμογών της.

Ομως, όπως θα δούμε, υψώνονται αρκετά εμπόδια στην υλοποίηση αυτού του στόχου, εμπόδια που υπονομεύουν στην πράξη τον επιστημονικό εγγραμματισμό και συνεπώς το δημοκρατικό δικαίωμα των πολιτών να αποτιμούν οι ίδιοι τη γνωστική, ηθική και κοινωνική αξία των επιστημονικών εξελίξεων και να αποφασίζουν για τις εφαρμογές τους.

Από την επιστημολογική αποδόμηση στον μετανεωτερικό σκοταδισμό



Ως «επιστημονικό εγγραμματισμό» θα μπορούσαμε να ορίσουμε την ικανότητα των ανθρώπων που έχουν κάποια υποχρεωτική εκπαίδευση να κατανοούν τις βασικές επιστημονικές έννοιες και, συνάμα, να αντιλαμβάνονται τον τρόπο με τον οποίο αυτές παράγονται από την επιστημονική κοινότητα και επιβάλλονται στην κοινωνία. Με άλλα λόγια, πώς οι νέες επιστημονικές ιδέες προκύπτουν ιστορικά και πώς η αποδοχή τους επηρεάζει τις κοινωνικές εξελίξεις.

Μόνο ο «επιστημονικός εγγραμματισμός» προσφέρει στους πολίτες τη δυνατότητα να διακρίνουν την επιστημονική γνώση από την ψευδοεπιστήμη και κυρίως να αποφασίζουν με τρόπο έλλογο και τεκμηριωμένο για τις εφικτές και τις ευκτέες τεχνολογικές εφαρμογές αυτής της γνώσης.

Για να δικαιολογηθεί, ωστόσο, ο σημαντικά αναβαθμισμένος κοινωνικός, οικονομικός και πολιτισμικός ρόλος της Επιστήμης στις δυτικές κοινωνίες έπρεπε να τεκμηριωθεί επαρκώς η γνωσιολογική, μεθοδολογική και πρακτική ανωτερότητά της σε σύγκριση με τις άλλες μορφές γνώσης.

Ετσι, από τα μέσα του 20ού αιώνα, οι μέχρι τότε αυθόρμητες και εν πολλοίς αυθαίρετες γνωσιολογικά και μάλλον καθαρά ανεκδοτολογικές απόψεις των ίδιων των επιστημόνων άρχισαν να επηρεάζονται και σταδιακά αντικαταστάθηκαν από τις πολύ πιο σοβαρές και συστηματικές προσεγγίσεις μιας ετερογενούς αλλά ιδιαίτερα δυναμικής ομάδας μελετητών, η οποία απέβλεπε σε μια πιο αντικειμενική περιγραφή και ανάλυση των επιστημονικών φαινομένων.

Πρόκειται για μια νέα γενιά επιστημόνων, φιλοσόφων και ιστορικών, οι οποίοι κατά τις αρχές του 20ού αιώνα θα ενώσουν τις προσπάθειές τους για να αποκαλύψουν ποια είναι η ιδιαίτερη μεθοδολογική και γνωστική προσέγγιση που διασφαλίζει τη γνωσιολογική ανωτερότητα και τις αναμφίβολες πρακτικές επιτυχίες των φυσικών επιστημών.

Οι νέοι μελετητές της Επιστήμης έθεσαν λοιπόν ως προγραμματικό τους στόχο να χαρτογραφήσουν το σύμπαν του επιστημονικού λόγου και να οριοθετήσουν επακριβώς τις ιδιαιτερότητές του, επιδιώκοντας να εξηγήσουν το πώς και κυρίως το γιατί η επιστημονική γνώση διαφοροποιείται από τις «αυθαίρετες» μεταφυσικές και υπερ-ιστορικές προσεγγίσεις του παρελθόντος, όπως υποστήριζαν.

Εκτοτε, κάθε προσπάθεια συστηματικής φιλοσοφικής, μεθοδολογικής και ιστορικής ανάλυσης των επιμέρους επιστημών περιγράφεται ως «επιστημολογία» και ορθά, κατά τη γνώμη μας, ώστε να διαφοροποιείται ρητά το ιδιαίτερο αντικείμενό της από την παραδοσιακή Γνωσιολογία.

Η άγονη αντιπαράθεση επιστήμης-επιστημολογίας



Αυτό το πολύ φιλόδοξο επιστημολογικό πρόγραμμα αποκρυσταλλώνεται και διατυπώνεται ρητά, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, από την περίφημη Σχολή της Βιέννης και θα γίνει ευρύτερα γνωστό ως Θετικισμός (ή Λογικός Εμπειρισμός).

Μετά τη δεκαετία του 1960, όμως, στις επιστημολογικές έρευνες τείνει να επικρατήσει η λεγόμενη «ιστορικιστική στροφή»: μία εναλλακτική προσέγγιση, που ανέδειξε τα εγγενή και ανυπέρβλητα όρια της τυπολογικής και αφηρημένης θετικιστικής προσέγγισης, η οποία, επί δεκαετίες, μάταια αναζητούσε ένα διαχρονικό και άρα απόλυτο φυσικαλιστικό θεμέλιο της επιστημονικής γνώσης.

Πράγματι, χάρη στο έργο κορυφαίων επιστημολόγων, όπως ο Καρλ Πόπερ, o Τόμας Κουν, ο Νόργουντ Χάνσον, o Ιμρε Λάκατος και o Πολ Φεγεράμπεντ, πολύ σύντομα έγινε σαφές πόσο ατελέσφορο και εν τέλει παραπλανητικό ήταν το θετικιστικό πρόγραμμα της απόλυτης και πάγιας διάκρισης της Επιστήμης τόσο από τη Μεταφυσική όσο και από το ιστορικο-κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο, κάθε εποχή, παράγεται η επιστημονική γνώση και πρακτική (τεχνολογία).

Δεδομένου ότι, ανέκαθεν, οι μεταφυσικές προκαταλήψεις και η πολιτισμική ιστορία έπαιξαν και παίζουν αποφασιστικό ρόλο στις επιλογές και τις κατευθύνσεις που ακολουθούν -λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά- οι ερευνητές κατά την ανάπτυξη ενός πεδίου γνώσης, ποιος είναι τελικά ο ρόλος και η πραγματική συμβολή της επιστημολογικής σκέψης στην ανάπτυξη της επιστήμης; Μήπως η μοναδική λειτουργία της επιστημολογίας είναι να μας αποκαλύπτει το πώς σε κάθε εποχή προκύπτουν οι επιστημονικές αλήθειες και πώς αυτές δικαιολογούνται από μια επιστημονική κοινότητα;

Αν αυτό ισχύει, τότε η επιστημολογία, ως η φιλοσοφική-ιστορική διερεύνηση και αποτίμηση της επιστημονικής περιπέτειας, δεν μπορεί ούτε να προκαθορίζει ούτε και να προδικάζει την πορεία των επιμέρους επιστημονικών ερευνών. Στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί μόνο να τις αξιολογεί σύμφωνα με συγκεκριμένα μεταφυσικά, ιστορικά ή και πολιτικο-οικονομικά κριτήρια και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί μόνο να γίνει η ιστορική, κοινωνική και πολιτιστική αυτο-συνείδηση της επιστήμης.

Γνωσιακά και πολιτικά ύποπτες επιστημολογικές «παρανοήσεις»



Σύμφωνα με μια ευρέως αποδεκτή ερμηνεία των επιστημολογικών και ιστορικών ερευνών σχετικά με την οικειοποίηση της επιστημονικής γνώσης από τις σύγχρονες κοινωνίες, η αποφασιστική λειτουργία της επιστήμης εκδηλώνεται σχεδόν αποκλειστικά ως «επιστημονισμός», δηλαδή ως η κυρίαρχη ιδεολογία που νομιμοποιεί και νομιμοποιείται από την τρέχουσα κοινωνική εξουσία.

Δυστυχώς, αυτές οι θεμελιώδεις ανακαλύψεις της επιστημολογίας σχετικά με τον ιστορικό και αναπόφευκτα κοινωνικο-πολιτισμικό χαρακτήρα κάθε επιστημονικής γνώσης μετατράπηκαν, κατά τα τέλη του 20ού αιώνα, σε κριτική όχι μόνο των τεχνολογικών εφαρμογών αλλά του επιστημονικού εγχειρήματος συνολικά. Γεγονός που, με τη σειρά του, τροφοδότησε τις ακραίες σκεπτικιστικές και αποδομιστικές απόψεις που επιχειρούν να υποβαθμίσουν την αποφασιστική σημασία της επιστημονικής διερεύνησης στην ανθρώπινη Ιστορία.

Οι πιο ακραίες, μάλιστα, από αυτές τις μεταμοντέρνες σκοταδιστικές απόψεις περί επιστήμης, αφού σχετικοποίησαν και απαξίωσαν συστηματικά τον πρωτεύοντα ρόλο της κατανόησης της «Φύσης» στην επιστημονική έρευνα, κατέληξαν να την εξαλείψουν εντελώς ως αποφασιστικό παράγοντα ή, έστω, ως βασική προϋπόθεση των κοινά αποδεκτών επιστημονικών μας πεποιθήσεων.

Ετσι, όμως, οι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι της επιστημονικής γνώσης εισάγουν λαθραία στην ανθρώπινη γνωστική περιπέτεια -χωρίς ποτέ να τη δικαιολογήσουν επαρκώς!- μια πολύ πιο σκοτεινή κοινωνικο-πολιτική αιτιότητα, η οποία εκλαμβάνεται ως μία «υπερ-φυσική» δύναμη. Πρόκειται για μια μηδενιστική ιστορικιστική προσέγγιση της επιστημονικής γνώσης, θύματα της οποίας θα είναι μοιραία και οι ίδιοι οι αποδομιστές που την υποστηρίζουν.

Η τρέχουσα μόδα να υποβαθμίζονται και να απαξιώνονται συστηματικά οι προσπάθειες κατανόησης της πραγματικότητας μέσω της επιστήμης είναι στην πραγματικότητα το προϊόν μιας βαθύτατα αντιδραστικής αντίληψης. Της σκοταδιστικής αντίληψης που στο παρελθόν είχε εκφραστεί μόνο από τα πιο ολοκληρωτικά συστήματα εξουσίας.

Απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα απαξίωσης της επιστήμης, η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εφησυχάζει. Απεναντίας, οφείλει με όλες τις δυνάμεις της να υπερασπιστεί την ελευθερία της επιστημονικής γνώσης απέναντι στη σκοταδιστική λαίλαπα της ψευδοεπιστήμης, που δικαιώνει τις ιδεολογίες του ρατσισμού και της πολιτικής μισαλλοδοξίας.

Οι σκοτεινές καταβολές της επιστημονικής σκέψης



Σχεδόν όλοι οι ιστορικοί της επιστήμης συμφωνούν ότι η πραγματοποίηση της Μεγάλης Επιστημονικής Επανάστασης, κατά τους Νέους Χρόνους, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην υπέρβαση των μεσαιωνικών θεολογικών και ερμητικών κοσμοαντιλήψεων. Ωστόσο, μεταξύ των ιστορικών υπάρχει μεγάλη ασυμφωνία για το πότε και το πώς ξεκίνησε αυτή η όντως μεγαλειώδης πνευματική μεταβολή.

Πράγματι, τις τελευταίες δεκαετίες έχουν πληθύνει οι ιστορικές μελέτες που τοποθετούν τις απαρχές της νεότερης επιστήμης στον ύστερο Μεσαίωνα (μεταξύ 1500 και 1600 ή και πολύ νωρίτερα). Σε μια τόσο ταραγμένη ιστορική περίοδο, είναι επομένως εξαιρετικά δύσκολο να διαχωρίσει κανείς με σαφήνεια τα καινοφανή επιστημονικά στοιχεία από τις μαγικές-μυθολογικές προκαταλήψεις των πρωταγωνιστών της Επιστημονικής Επανάστασης.

Για παράδειγμα, ο Ιωάννης Κέπλερ, εκτός από θεμελιωτής της νεότερης αστρονομίας, ήταν επίσης αμετανόητος αστρολόγος, γιος μιας διάσημης μάγισσας την οποία προσπάθησε να σώσει από την πυρά, όταν καταδικάστηκε από τους θεοσεβούμενους αλλά φανατικούς συμπατριώτες της. Ενώ ο μεγάλος Νεύτωνας, εκτός από πατέρας της σύγχρονης φυσικής επιστήμης, ήταν και βαθύτατος μελετητής της ερμητικής γνώσης, αλχημιστής και θεοσοφιστής, ώστε δικαιολογημένα χαρακτηρίστηκε από τον συμπατριώτη του λόρδο Κέινς «ο τελευταίος των μάγων».

Και ας μη σκεφτεί κανείς ότι τα παραδείγματα αυτά αποτελούν την εξαίρεση. Αντίθετα, αποτελούν τον κανόνα: στη σκέψη των περισσότερων πρωτεργατών της νεότερης επιστήμης συνυπάρχουν, λίγο-πολύ αρμονικά, οι πιο ριζοσπαστικές επιστημονικές αντιλήψεις με τις πιο σκοτεινές ερμητικές δοξασίες και θρησκευτικές δεισιδαιμονίες!

Η ανάγκη για... μαγεία


Η εικόνα του Μεσαίωνα ως μιας σκοτεινής εποχής κοινωνικής και πνευματικής βαρβαρότητας δεν είναι παρά ένας μεταγενέστερος μύθος της νεωτερικής εποχής. Εξάλλου, όπως αποδεικνύει πλήθος ερευνών, πρόκειται για ένα ανιστόρητο ιδεολόγημα, επινοημένο από τους ουμανιστές και τους διαφωτιστές για να προβάλουν την αναγκαιότητα μιας νέας, αλλά όχι ακόμη επαρκώς νομιμοποιημένης, επιστημονικής κοσμοαντίληψης.

«Οι επαναστάσεις έχουν ακριβώς αυτό το χαρακτηριστικό: όχι μόνο στρέφονται προς το μέλλον και δίνουν ζωή σε κάτι πρωτόφαντο, αλλά κατασκευάζουν και ένα φανταστικό παρελθόν», γράφει χαρακτηριστικά ο μεγάλος ιστορικός της επιστήμης Paolo Rossi στο βιβλίο του «Η γένεση της σύγχρονης επιστήμης στην Ευρώπη» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα).

Το γεγονός ότι η νέα πειραματική και εμπειρική επιστήμη οφείλει πολλά στις κακόφημες, σήμερα, «ερμητικές επιστήμες» (μαγεία, αλχημεία, αστρολογία, βοτανολογία) θεωρείται κοινό μυστικό μεταξύ των ιστορικών.

Αν μάλιστα ο απώτερος διακηρυγμένος στόχος των απόκρυφων μαγικών τεχνών ήταν να θέσουν τις δυνάμεις της φύσης υπό την εξουσία του ανθρώπου, τότε δικαίως θεωρούνται οι αναγκαστικοί πρόδρομοι της νεότερης τεχνοεπιστήμης. Χωρίς αυτό, προφανώς, να σημαίνει ότι η νεωτερική επιστήμη ήταν υποχρεωμένη να αποδεχτεί όλες τις υπερφυσικές «εξηγήσεις» της μαγικής σκέψης.

Στο ενοχλητικό ερώτημα γιατί, παρά την εμπειρική και θεωρητική διάψευσή της, η δεισιδαιμονία και η μαγεία εξακολουθούν, τον 21ο αιώνα, να γοητεύουν και να παραπλανούν τη σκέψη των περισσότερων ανθρώπων, η απάντηση δεν είναι καθόλου απλή, αφού πιθανότατα σχετίζεται με τη βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπινου νου για οριστικές απαντήσεις και απόλυτες, αν και αναπόδεικτες, βεβαιότητες.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την ιδέα μιας αβέβαιης, δυνητικά διαψεύσιμης και πάντα μερικής επιστημονικής αλήθειας. Οσο για τη σημερινή ιλιγγιώδη ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης και τον πολλαπλασιασμό των επιστημονικών θεωριών, αυτές δεν καταφέρνουν να ικανοποιήσουν τις βαθύτερες υπαρξιακές αναζητήσεις και τις ανάγκες αυτών των ανθρώπων.

Πηγή: efsyn.gr

Σάββατο 4 Μαΐου 2019

Τα video games του αμερικανικού Πενταγώνου

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών – 13/04/2019




Οταν η κυβέρνηση της Βενεζουέλας κατήγγειλε ότι το εκτεταμένο black out οφειλόταν σε κυβερνο-επίθεση που σημειώθηκε στον υδροηλεκτρικό σταθμό παραγωγής ενέργειας στην περιοχή του Γκούρι, κάποιοι αναφώνησαν: «Συγγνώμη, αλλά εγώ αυτό το έπαιζα σε video game από το 2013».Στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, ύστερα από την πυρηνική καταστροφή της Μέσης Ανατολής, πετρελαιοπαραγωγά κράτη της Νότιας Αμερικής σχηματίζουν μια ομοσπονδία, η οποία μετατρέπεται σύντομα σε οικονομική υπερδύναμη και αρχίζει να καταλαμβάνει γειτονικές περιοχές.

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

Το 1821 …σε μη κυβερνητικές περιπέτειες

Πρόκειται οπωσδήποτε για ένα επιβλητικό έργο. Στη σύντομη ιστορία των νεοελλήνων, ίσως ποτέ άλλοτε και για κανένα άλλο θέμα, επιστημονικό, ιστορικό, πολιτικό, εθνικό, αναπτυξιακό, θρησκευτικό ή άλλο δεν είδαμε παρόμοια κινητοποίηση δημόσιων, ημιδημόσιων ή μη δημόσιων φορέων με στόχο την προαγωγή της γνώσης. Πρόκειται για το πρωτοφανές και το ανεπανάληπτο.

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019

Προς το νέο μοντέλο κοινωνίας

Δύο «αναχρονισμοί»: Οι όροι «πατέρας/μητέρα» και ο ομοιογενής εθνικά πληθυσμός της Ελλάδας.

του Γιώργου Πατέλη

Την περασμένη εβδομάδα συνέβησαν δύο γεγονότα που έχουν τις ρίζες τους στη μεταμοντέρνα αντίληψη περί κοινωνίας, ατόμου και δικαιωμάτων. Το πρώτο ήταν ότι η γαλλική κυβέρνηση απεφάνθη ότι πλέον δεν θα υπάρχει η ιδιότητα «πατέρας» και «μητέρα» στα διάφορα πιστοποιητικά και επίσημα έγγραφα του γαλλικού κράτους: εφεξής οι γονείς θα δηλώνονται με την ιδιότητα «γονέας 1» και «γονέας 2». Αυτό γίνεται τάχα για να προστατευτούν τα δικαιώματα των ομόφυλων ζευγαριών που επιθυμούν να έχουν παιδί και καταπιέζονται ή δεν μπορούν να προσδιορίσουν ποιος είναι ο πατέρας και ποιος η μητέρα του παιδιού. Για να απαλειφθεί λοιπόν αυτή η «αδικία», για να κατοχυρωθεί το δικαίωμά τους, θα καταργηθεί για την υπόλοιπη πλειοψηφία το «αναχρονιστικό» πατέρας και μητέρα.