Στην Ιαπωνία οι εξετάσεις στα Πανεπιστήμια είναι γνωστές ως Τζιγόκου, δηλ. «κόλαση» και είναι τόσο αγχωτικές ώστε το παρατσούκλι τους είναι παραπάνω από δικαιολογημένο. Τώρα, ως εκπαιδευτικός, ψάχνω πάντα τα σημάδια που εμφανίζουν όλοι οι έφηβοι του κόσμου όταν είναι έτοιμοι να καταρρεύσουν: αυπνία, απόσυρση, άρνηση φαγητού. Το κάνω ασυναίσθητα ακόμη και σε άγνωστους μαθητές που βλέπω στο τρένο ή στον δρόμο – η φωτογραφία είναι από έναν πιτσιρικά που είχα δει ένα ανοιξιάτικο βράδυ. Είχε ζαλικωθεί την τσάντα του σαν σκλάβος και κατηφόριζε προς το τρένο με αβέβαια βήματα, λες και περπατούσε μέσα σε καράβι που το πηγαινοφέρνει καταιγίδα. Τι να του δίδαξαν εκείνη την ημέρα άραγε; Ολοκληρώματα, ενθαλπία, την αρχή διατήρησης της Ορμής;
Κι όμως, πολλοί ξεχνούν να διδάξουν στα παιδιά ότι ο δρόμος προς την Κόλαση καταλήγει πάντα στον Παράδεισο.
Ο Χίρο ήταν ένας μαθητής στο Τόκυο που ένιωθε ότι η ζωή του θα τελείωνε αν δεν περνούσε στο πανεπιστήμιο. Έπρεπε να γίνει δικηγόρος, έλεγε. Αναπόφευκτα, η πίεση από το σχολείο τον οδήγησε σε κατάθλιψη και όταν τελικά ήρθε η αναμενόμενη αποτυχία στις εξετάσεις τα πράγματα σοβάρεψαν στο μυαλό του αγοριού.
Αντί όμως να τον τιμωρήσουν ή να γκρινιάξουν, οι γονείς του έκαναν κάτι απρόσμενο: τον πήγαν μια εκδρομή στο Χοκκάιντο, τον τόπο καταγωγής του πατέρα του. Εκεί ο παππούς του του εκμυστηρεύτηκε ότι και ο πατέρας του είχε αποτύχει όταν ήταν νεαρός και ότι αυτό τον οδήγησε να ανακαλύψει την μαγειρική, την πραγματική του αγάπη.
Έτσι ο Χίρο πήρε έναν «κενό» χρόνο που στα Ιαπωνικά λέγεται ρόνιν (από τους ρόνιν, δηλαδή τους σαμουράι χωρίς Κύριο) όχι για να ξαναδιαβάσει αλλά για να βρει τον εαυτό του. Τελικά, ξέχασε την δικηγορία για να σπουδάσει περιβαλλοντική σχεδίαση και σήμερα δημιουργεί πάρκα στην πόλη του. Τον γνώρισα σε ένα συνέδριο πριν κάποιον καιρό, μιλήσαμε μέσω μιας κοινής παρέας και μετά από τις κλασικές ερωτήσεις που μου κάνουν οι Γιαπωνέζοι (τα κοτσιδάκια μου, την Ελλάδα, το φαγητό), μου αφηγήθηκε την παραπάνω ιστορία.
- «Εκείνη η αποτυχία ήταν το μεγαλύτερο δώρο που μου έκανε η ζωή, ξένε»
είχε πει χαμογελώντας.
- «Βλέπεις, με σταμάτησε απ' το να τρέχω σε έναν δρόμο που δεν ήταν δικός μου»
