Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Για τα σχολεία...

Για τα σχολεία...
... όπου δεν αντήχησε κουδούνι. Και όπου δεν θα ξαναντηχήσει ποτέ πια.
Η δυσχερής...
... οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα οι υπερχρεωμένες χώρες της Ευρώπης είναι τόσο πρωτόγνωρες και απρόβλεπτες που καμιά τους δεν μπορεί να πει «έχουμε ξαναζήσει τέτοια, θα περάσουν κι αυτά». Ομως κάποιες άλλες χώρες μπορούν. Δεν βλάπτει να δούμε πώς τα κατάφεραν αυτές να βγουν από τη «μαύρη τρύπα», πώς συγύρισαν τα οικονομικά τους και πώς τα παιδιά τους βοήθησαν σε αυτό. Η Φινλανδία είναι μια τέτοια χώρα. Στη δεκαετία του 1990, η οικονομία της είχε γίνει θρύψαλα. Η ανεργία της βρισκόταν στα ύψη και η παραγωγή της στα Τάρταρα. Τι έκαναν λοιπόν οι Φινλανδοί; Αύξησαν τις δαπάνες για την παιδεία και έτσι δεν άργησαν να βγουν από την ύφεση, σώζοντας την οικονομία και τη χώρα τους. Σήμερα, οι φινλανδοί μαθητές έχουν τις κορυφαίες επιδόσεις στην Ευρώπη, με δαπάνες 7% για την παιδεία. Οι υπερχρεωμένες χώρες της όχι μονάχα δεν διαθέτουν ούτε τις μισές, αλλά τις κόβουν και αυτές, προχωρώντας σε συγχωνεύσεις και λουκέτα στα σχολεία μικρών κοινοτήτων και χωριών, όπως επισημαίνει ο Τζον Μακένα στην ιρλανδική εφημερίδα «Ιντιπέντεντ». «Δεν θα φτιάξουμε όμως έτσι παιδιά που θα διακρίνονται στη μόρφωση και που θα μπορούν να ξαναστήσουν την οικονομία στα πόδια της», θρηνεί ο αρθρογράφος για τη δική του χώρα. «Θα φτιάξουμε παιδιά β' κατηγορίας και ισόβιους τροφίμους του ταμείου ανεργίας. Κινδυνεύουμε να κάνουμε μια δυσχερή κατάσταση ακόμη χειρότερη, κάνοντας ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που έκαναν οι Φινλανδοί».
Τι να κάνουµε;...
... αναρωτιέται ο αρθρογράφος. Και δίνει την απάντηση: να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε. Να κάνουμε αυτό που έκαναν οι Φινλανδοί, όταν είχαν και αυτοί προβλήματα παρόμοια με τα δικά μας: να επενδύσουμε στα παιδιά μας, επειδή όποια χώρα επενδύει στα παιδιά της, επενδύει στο μέλλον της. Τα παιδιά μας μπορούν να μας βοηθήσουν να βγούμε από τη «μαύρη τρύπα», αλλά μόνο αν τους απλώσουμε και εμείς το χέρι. Από την επιβίωση των μικρών σχολείων εξαρτάται η επιβίωση πολλών μικρών κοινοτήτων και χωριών. Τα σχολεία τους είναι αυτά που δίνουν στους κατοίκους τους ένα σημείο αναφοράς, ένα αίσθημα ταυτότητας. Στις δύσκολες στιγμές τα νιώθουν σαν ένα στήριγμα. Οσο και αν ερημώσουν οι αίθουσες και οι αυλές τους, πάντα θα αντηχούν από το κλάμα ή το γέλιο των παιδιών που έμαθαν γράμματα και αναστήθηκαν εκεί. Και σε αυτά κανείς δεν μπορεί να βάλει μια αγοραία αξία.
Οι χώρες...
... που βάζουν ένα αγοραίο κόστος στην παιδεία, αργά ή γρήγορα θα το πληρώσουν διπλό. Επειδή το όποιο «κέρδος» βάζουν έτσι στον κουμπαρά τους οι κυβερνήσεις στο παρόν, ανοίγει μια χαίνουσα πληγή στο σώμα της χώρας στο μέλλον.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

ΗΠΑ: Γιατί οι εκπαιδευτικοί και οι επικριτές τους αποτυγχάνουν

Του Chris Farrell
Εάν ρωτήσετε έναν εκτελεστικό διευθυντή μιας επιχείρησης για το εργατικό δυναμικό του μέλλοντος, εκείνος θα υποστηρίξει με θέρμη την ανάγκη βελτίωσης της απόδοσης των νηπιαγωγείων, των δημοτικών σχολείων και των γυμνασίων, τα οποία στις ΗΠΑ είναι γνωστά ως σχολεία «Κ-12». Επίσης θα παρατηρήσει ότι εδώ και χρόνια η Αμερική υστερεί στις διεθνείς αξιολογήσεις των μαθητικών επιδόσεων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα μαθηματικά και τη φυσική. Εντούτοις, οι κυβερνήτες πολιτειών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες περιστέλλουν τις δαπάνες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ κάποιοι πολιτειακοί ηγέτες προτείνουν ακόμη και δρακόντειες περικοπές. Τι δεν πάει καλά μ’ αυτήν την εικόνα;
  • Πολλοί κυβερνήτες και πολιτειακοί νομοθέτες πιστεύουν ότι το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα είναι στρεβλό. Εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις προωθούν την ατζέντα των εξετάσεων και της λογοδοσίας, συμπεριλαμβανομένου του νόμου της κυβέρνησης Bush «Κανένα Παιδί να μη Μείνει Πίσω» (NCLB, No Child Left Behind) αλλά και της πρωτοβουλίας της κυβέρνησης Obama «Αγώνας Δρόμου προς την Κορυφή» (Race to the Top). Από το 1981 έως το 2007, σε πραγματικές τιμές οι δαπάνες ανά μαθητή σχεδόν διπλασιάστηκαν, από 5.639 δολάρια σε 10.041 δολάρια αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα που μετρήθηκαν ήταν εν πολλοίς μέτρια. Από τις βολές κατά των εκπαιδευτικών συνδικάτων στο ντοκιμαντέρ Waiting for Superman, μέχρι την ίδρυση των σχολείων charter (τα οποία είναι δημόσια σχολεία που απολαμβάνουν αυτονομία και υπόκεινται σε διαφορετικό καθεστώς) με χρηματοδότηση φιλάνθρωπων ιδιωτών, υπάρχει μια άποψη η οποία υποστηρίζει ότι οι εκπαιδευτικοί και τα σωματεία τους είναι οι υπαίτιοι του εκπαιδευτικού ελλείμματος.
Η δαιμονοποίηση των δημόσιων εκπαιδευτικών και των συνδικαλιστικών τους σωματείων είναι κατά μεγάλο μέρος άστοχη και σε καμία περίπτωση δεν είναι εποικοδομητική. Από το 1983, όταν η επιτροπή εμπειρογνωμόνων της κυβέρνησης Reagan δημοσίευσε την έκθεση - ορόσημο με τίτλο «Έθνος σε Κίνδυνο» (Nation at Risk), κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για την επιτακτικότητα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, ο ενθουσιασμός κορυφώθηκε και στράφηκε προς διάφορες αλλαγές, οι οποίες κυμαίνονταν από τα εθνικά πρότυπα μέχρι τη μείωση των μαθητών ανά τάξη και αργότερα την ίδρυση των σχολείων charter. Ωστόσο, αυτό που διδαχτήκαμε από τις τελευταίες τρεις δεκαετίες είναι ότι δεν υπάρχει μαγικό ραβδί που θα μεταμορφώσει την εκπαίδευση από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε κάποιος αποκλειστικός υπαίτιος ο οποίος ευθύνεται για την κατάστασή της. Ο μεγάλος κίνδυνος με τον οποίο φλερτάρουν οι κυβερνήτες περικόπτοντας τους προϋπολογισμούς είναι να κάνουν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού ακόμα πιο απωθητικό. Προκειμένου να αποφευχθεί αυτό το δυσμενές ενδεχόμενο, το βάρος πέφτει στην ηγεσία των εκπαιδευτικών και των σωματείων τους, οι οποίοι πρέπει να δράσουν με αποφασιστικότητα και να προωθήσουν ριζικές αλλαγές, οι οποίες θα μπορούσαν αφενός να προσελκύσουν νέο αξιόλογο διδακτικό προσωπικό και αφετέρου να κρατήσουν τους υφιστάμενους εκπαιδευτικούς που αξίζουν. «Η πορεία της οικονομίας μας δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Αν δεν αναβαθμίσουμε ποιοτικά τα σχολεία μας, το μέλλον προμηνύεται δυσοίωνο», σύμφωνα με τον Eric Hanushek, παλαίμαχο εκπαιδευτικό οικονομολόγο του Ιδρύματος Hoover.

Η καλή διδασκαλία είναι σημαντική
  • Η ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού έχει σημασία. Σκεφτείτε τους καλούς καθηγητές που είχατε στο σχολείο. Τη δασκάλα στο δημοτικό χάρη στην οποία αγαπήσετε το διάβασμα, ή τον καθηγητή της φυσικής που σας ενέπνευσε να γίνετε γιατρός. Σκεφτείτε επίσης πόση ζημιά μπορεί να προκαλέσει ένας κακός δάσκαλος, από το να καταπνίξει τη δημιουργικότητα των μαθητών μέχρι να τους απομακρύνει από τη διδασκαλία στην τάξη.
  • Οι ακαδημαϊκές έρευνες επιβεβαιώνουν τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζουν οι εκπαιδευτικοί, έστω κι αν η μέτρηση και ο προσδιορισμός της ποιότητας στην εκπαίδευση παραμένει αμφιλεγόμενος. Παραδείγματος χάρη, ο Hanushek εκτιμά ότι οι πολύ καλοί εκπαιδευτικοί, οριζόμενοι ως οι εκπαιδευτικοί με μεγάλα μετρήσιμα κέρδη από την υψηλή βαθμολογία των μαθητών τους στις εξετάσεις, αξίζουν 400.000 δολάρια περισσότερα ετησίως σε δια βίου απολαβές των μαθητών μιας 20μελούς τάξης, σε σχέση με τους μέσης ποιότητας εκπαιδευτικούς. Ομοίως, μια ομάδα ακαδημαϊκών υπό την καθοδήγηση του Raj Chetty, οικονομολόγου του Πανεπιστημίου του Harvard, εξέτασε τις απολαβές περίπου 12.000 ενηλίκων που στις αρχές τις δεκαετίας του ’80 είχαν συμμετάσχει σε ένα εκπαιδευτικό πείραμα ενός νηπιαγωγείου του Τεννεσί. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικοί ενός μόνο ακαδημαϊκού έτους γέννησαν κέρδη σε απολαβές 214.000 δολαρίων για μια τάξη 20 μαθητών.
Ο τρόπος που προσλαμβάνεται το εκπαιδευτικό προσωπικό σε χώρες όπως η Σιγκαπούρη, η Φινλανδία και η Νότια Κορέα είναι ενδεικτικός. Σύμφωνα με τη συμβουλευτική εταιρεία McKinsey & Co, τα συστήματα των χωρών αυτών είναι από τα κορυφαία παγκοσμίως, καθώς το 100% του διδακτικού τους προσωπικού προέρχεται από το ανώτερο ένα τρίτο των απόφοιτων πανεπιστημίου. Εν αντιθέσει, στις ΗΠΑ το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνά το 23 τοις εκατό, ενώ στα πολύ φτωχά σχολεία το αντίστοιχο ποσοστό κατρακυλά στο 14%. Η συντριπτική πλειονότητα των 900 μαθητών από τους οποίους πήρε συνέντευξη η McKinsey & Co, οι οποίοι φοιτούσαν στα καλύτερα αμερικανικά κολλέγια, δήλωσαν ότι ο εκπαιδευτικός κλάδος δεν αποτελεί ελκυστική λύση για την επαγγελματική και οικονομική τους αποκατάσταση.

Οι καλοί εκπαιδευτικοί παραιτούνται
Η Αμερική μένει ακόμα πιο πίσω σε σχέση με τις άλλες χώρες. Ο κατάλογος με τα κακώς κείμενα του εκπαιδευτικού επαγγέλματος είναι μακρύς. Τα τελευταία χρόνια πολλές μητροπολιτικές εκπαιδευτικές περιφέρειες αντιμετώπιζαν τέτοια αβεβαιότητα ως προς τον προϋπολογισμό τους που δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσουν τους δασκάλους τους –και ιδιαίτερα τους πιο νέους– ότι θα τους προσλάμβαναν για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος νωρίτερα από τον Αύγουστο. Σε πολλά μέρη της χώρας οι συνδικαλιστικοί κανονισμοί δεν επιτρέπουν να λαμβάνεται υπόψη η ποιότητα των εκπαιδευτικών όταν γίνονται απολύσεις. Οι δάσκαλοι συχνά αγοράζουν με δικά τους χρήματα τα απαραίτητα για το μάθημα, ενώ πλέον βάλλονται και οι μισθοί και οι παροχές τους, καθώς ένας αυξανόμενος αριθμός κυβερνητών ετοιμάζεται να δώσει μάχη με τους υπαλλήλους της πολιτείας και της τοπικής κυβέρνησης. «Οι εκπαιδευτικοί με τα καλύτερα προσόντα βρίσκουν κάτι άλλο να κάνουν», λέει ο Richard Murnane, οικονομολόγος στη Σχολή Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Εκπαίδευση του Πανεπιστημίου Harvard. «Κατά μέσο όρο αυτοί που παραμένουν δεν είναι οι καλύτεροι».
  • Η ανάλυση των προκαταρκτικών προτάσεων προϋπολογισμού 31 πολιτειών δείχνει ότι τουλάχιστον 13 πολιτείες προβλέπουν δριμύτατες περικοπές δαπανών στα προνηπιακά προγράμματα, καθώς και στην α’βάθμια και β’βάθμια εκπαίδευση. Σύμφωνα με το Κέντρο Προτεραιοτήτων Προϋπολογισμού και Πολιτικής, μια από τις μεγαλύτερες περικοπές αφορά το Τέξας, όπου προτείνεται η κατάργηση της χρηματοδότησης προνηπιακών προγραμμάτων που εξυπηρετούν σχεδόν 100.000 παιδιά –αριθμός που αντιστοιχεί σε πάνω από το 40% των προνήπιων. Η Πολιτεία του Μοναχικού Αστεριού ενδέχεται επίσης να μειώσει τη χρηματοδότηση της α’βάθμιας και β’βάθμιας εκπαίδευσης στο 23% κάτω του ελάχιστου ορίου που απαιτείται από τον πολιτειακό νόμο περί χρηματοδότησης της εκπαίδευσης. Ο προϋπολογισμός του κυβερνήτη του Μισισίπι Haley Barbour αποτυγχάνει για τέταρτη χρονιά στη σειρά να ανταποκριθεί στην πολιτειακή υποχρέωση οικονομικής στήριξης των σχολείων α’βάθμιας και β’βάθμιας εκπαίδευσης, με το ενδεχόμενο υποχρηματοδότησης των εκπαιδευτικών περιφερειών κατά 11 τοις εκατό, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 231 εκατομ. δολάρια. Τα στοιχεία αυτά μεταφράζονται σε πολύ κακές συνθήκες εργασίας.
Το ΑΕΠ χάνει τρισεκατομμύρια λόγω της κακής εκπαίδευσης
Το κόστος που έχει ένα μέτριο εκπαιδευτικό σύστημα για την οικονομία είναι κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο. Το Διεθνές Πρόγραμμα Αξιολόγησης Μαθητών (PISA) εξετάζει, αξιολογεί και συγκρίνει την επίδοση μαθητών ηλικίας 15 ετών από τις 34 χώρες-μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), καθώς και από 31 ακόμη χώρες και εκπαιδευτικά συστήματα, όπως λόγου χάρη της Σαγκάης. Τα στοιχεία που βγήκαν στη δημοσιότητα στις ΗΠΑ το Δεκέμβριο 2010 ήταν μέτρια. Σε ότι αφορά τον αναγνωστικό εγγραμματισμό στην κατανόηση κειμένου, η Αμερική ήρθε 10η. Στις φυσικές επιστήμες και τα μαθηματικά, δύο σημαντικότατους τομείς σε μια εποχή ταχείας τεχνολογικής προόδου, τα αποτελέσματα δεν ήταν καλύτερα. Η Αμερική ήρθε 19η στις φυσικές επιστήμες και 24η στα μαθηματικά. Οι σύμβουλοι της McKinsey εκτιμούν ότι εάν οι ΗΠΑ είχαν γεφυρώσει το χάσμα της ακαδημαϊκής επίδοσης με τα υψηλότερα κατατασσόμενα έθνη από το 1983 έως το 1998, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Αμερικής θα μπορούσε να είναι υψηλότερο κατά 1,3 έως 2,3 τρισ. δολάρια σε σχέση με το πραγματικό ΑΕΠ του 2008. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά την πρόσφατη περίοδο ύφεσης η αμερικανική οικονομία υστέρησε της δυνητικής της παραγωγής κατά περίπου 1 τρισ. δολάρια.
Τι μπορεί να γίνει, αυτήν την περίοδο των σφιχτών προϋπολογισμών και των έντονων ιδεολογικών διαφορών που διανύουμε; Η απάντηση είναι ότι πρέπει να παραδειγματιστούμε από τις κορυφαίες επιχειρήσεις και να επικεντρωθούμε, προς το παρόν, στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Ακριβώς όπως οι εταιρείες που ανταγωνίζονται σε τομείς που βασίζονται στη γνώση δεν μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό, έτσι και η προστιθέμενη αξία της εκπαίδευσης σε μια οικονομία βασιζόμενη στη γνώση δεν μπορεί να υπερβαίνει την ποιότητα των εκπαιδευτικών της. «Τα σχολεία θα πρέπει να μοιάζουν περισσότερο στις επιτυχημένες επιχειρήσεις, εστιάζοντας σε μακροπρόθεσμους στόχους και δημιουργώντας αξία, ενώ πολλές επιχειρήσεις θα έπρεπε να μοιάζουν περισσότερο σε επιτυχημένα σχολεία, βλέποντας μακροπρόθεσμα και δημιουργώντας αξία», λέει ο Michael O΄Keefe, πρώην πρόεδρος του Κολλεγίου Art & Design της Μινεάπολις και από το 1987 συν-πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Προγράμματος του Ινστιτούτου Άσπεν.
Καθώς η έννοια της ποιότητας είναι δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς, το πιο αποτελεσματικό θα ήταν τα σωματεία και οι ακαδημαϊκές διοικήσεις να ξεκινήσουν απομακρύνοντας τους εκπαιδευτικούς που έχουν κακή απόδοση –και γρήγορα μάλιστα. Ο Hanushek εκτιμά ότι εάν το κατώτατο 5 έως 8 τοις εκατό των εκπαιδευτικών αντικαθίστατο από εκπαιδευτικούς μέσης απόδοσης, οι ΗΠΑ θα κατατάσσονταν στα ανώτερα κλιμάκια της διεθνούς αξιολόγησης τόσο στις φυσικές επιστήμες όσο και στα μαθηματικά. Στα τέλη του προηγούμενου μήνα η Randi Weingarten, πρόεδρος της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών, πρότεινε οι μόνιμοι καθηγητές που δεν αποδίδουν επαρκώς να παίρνουν προθεσμία ενός έτους για παρουσιάσουν βελτίωση, διαφορετικά να υπάρχει η δυνατότητα απόλυσής τους 100 ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής. Αυτή είναι η πρόταση της προέδρου για γρήγορα αποτελέσματα, αλλά δεν υπάρχει τίποτα γρήγορο σ’ αυτήν την πρόταση, ούτε αρκεί για να φέρει αποτελέσματα. Άραγε είναι πρόοδος να υπάρχει η δυνατότητα απόλυσης ενός ανεπαρκούς εκπαιδευτικού μετά από 465 ημέρες; Αυτό είναι απαράδεκτο.
Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αναλογιστούν το παράδειγμα της UAW
Καλώς ή κακώς τα εκπαιδευτικά σωματεία βρίσκονται αντιμέτωπα με το πρόβλημα της General Motors. Μπορούν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του συνδικάτου United Auto Workers και να πέσουν στην παγίδα των διαρκών μικροαλλαγών που δεν μεταβάλλουν την υποβόσκουσα δυναμική του εργατικού δυναμικού, στρατηγική που γύρισε μπούμερανγκ για την κάποτε περήφανη αυτοκινητοβιομηχανία και τους εργαζόμενούς της. Η άλλη εναλλακτική είναι τα σωματεία να πάρουν την πρωτοβουλία και να ηγηθούν της αναμόρφωσης του αναποτελεσματικού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο αποξενώνει τόσο τους γονείς όσο και την πολιτική ηγεσία, και το χειρότερο όλων, αποθαρρύνει τους ταλαντούχους υποψήφιους εκπαιδευτικούς.
  • Στόχος του εκπαιδευτικού κλάδου πρέπει να είναι η πρόσληψη ακόμα καλύτερα εκπαιδευμένων καθηγητών.
Παραδείγματος χάρη, ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός Teach for America, ο οποίος λειτουργεί με επιτυχία από το 1990, συγκεντρώνει τους καλύτερους απόφοιτους κορυφαίων πανεπιστημίων και τους τοποθετεί σε φτωχά σχολεία για να διδάξουν. Το πρόγραμμα αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί (και το Κογκρέσο θα έπρεπε να άρει την πρόσφατη απόφασή του να καταργήσει την ετήσια ομοσπονδιακή χρηματοδότηση του προγράμματος με κονδύλι ύψους περίπου 21 εκατομ. δολαρίων, επειδή τυπικά πρόκειται για «earmark», δηλαδή για κονδύλι που διατίθεται για συγκεκριμένο σκοπό). Επίσης, τα συνδικάτα θα έπρεπε να καλωσορίζουν και όχι να αντιμάχονται τους εναλλακτικούς τρόπους χορήγησης αδειών άσκησης επαγγέλματος για την προσέλκυση εκπαιδευτικών.
Αυτού του είδους οι αλλαγές αναγκαστικά θα γίνονταν απότομα και τελικά θα κόστιζαν ακόμη περισσότερα χρήματα. «Θα απαιτούνταν αφενός πακέτα αποζημιώσεων για όσους εκπαιδευτικούς κόβονταν στην επιλογή και αφετέρου υψηλότεροι μισθοί για τους εναπομείναντες και τους καινούριους, οι οποίοι θα είχαν πλέον μια πολύ πιο απαιτητική θέση εργασίας», σύμφωνα με τον Hanushek. Όμως τα χρήματα αυτά θα έπιαναν τόπο.
  • Η ποιοτική αναβάθμιση του υφιστάμενου διδακτικού προσωπικού και η πρόσληψη νέων αξιόλογων εκπαιδευτικών δεν αποτελεί πανάκεια. Πρόκειται για ένα κομμάτι του δύσκολου παζλ της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, μια λύση στο υφιστάμενο πολιτικό αδιέξοδο. Ωστόσο, χωρίς υποστηρικτικές πολιτικές για την προσέλκυση, ανάπτυξη, ανταμοιβή και διατήρηση νέων ταλαντούχων εκπαιδευτικών, ο στόχος της βελτίωσης των ακαδημαϊκών επιδόσεων θα παραμείνει άπιαστος και αυτό θα είναι επιζήμιο για όλους.


Ο Farrell είναι contributing editor οικονομικών θεμάτων στο Bloomberg Businessweek. Μπορείτε επίσης να τον ακούσετε στην εθνικής εμβέλειας οικονομική εκπομπή Marketplace Money της American Public Media, καθώς και στο κρατικό ραδιόφωνο στην εκπομπή Marketplace.

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Ο πατέρας που έφυγε..

Tου Αθανασιου Ελλις

Είναι κάποιες στιγμές που σημαδεύουν ανεξίτηλα τη ζωή ενός ανθρώπου. Μια από αυτές ήταν για μένα ο θάνατος του πατέρα μου, πριν από λίγες ημέρες. Εδινε εδώ και αρκετούς μήνες την τελευταία και πιο δύσκολη μάχη και παρότι περιμέναμε το μοιραίο, ποτέ δεν είσαι έτοιμος για την απώλεια του πατέρα σου.

Ζητώ συγγνώμη από τον αναγνώστη για το διαφορετικό περιεχόμενο της σημερινής στήλης, αλλά αυτά που μέχρι χθες απορροφούσαν την προσοχή μου ξαφνικά φαντάζουν μικρά. Οι επαφές του πρωθυπουργού στο Νταβός, η άφιξη της τρόικας στην Αθήνα και τα άλλα σημαντικά ζητήματα της επικαιρότητας εύλογα απασχολούν την ελληνική κοινωνία. Ομως, στο δικό μου μυαλό τις τελευταίες ημέρες υπάρχει μόνο η απώλεια του πατέρα μου. Με την ελπίδα ότι ο σεβασμός και η αναγνώριση στον γονιό που προσέφερε τόσα στο παιδί του εκφράζουν τους περισσότερους, τολμώ να κλέψω λίγη από την υπομονή του αναγνώστη, εκφράζοντας εκ των προτέρων ένα ευχαριστώ σε όσους επιλέξουν να με υποστούν και να μοιραστούν τις προσωπικές αυτές σκέψεις.

Ο πατέρας μου έφυγε πλήρης ημερών. Δεν είχε παράπονο. Εζησε μια καλή ζωή. Το έλεγε και ο ίδιος. Τις τελευταίες εβδομάδες, το αλάνθαστο βιολογικό ένστικτο τον προειδοποιούσε ότι πλησιάζει το τέλος. Αρχισε να μας λέει ότι είχε κουραστεί. Οτι είχε φθάσει ο καιρός να φύγει. Οτι δεν ήθελε να είναι άλλο βάρος... Κοιμήθηκε ήσυχα, αφήνοντας σε μας που τον αγαπούσαμε τη ζεστή εικόνα των τελευταίων μηνών και όμορφες αναμνήσεις δεκαετιών. Πάνω από όλα εγώ θα κρατήσω τις αναρίθμητες ζεστές ευχές που μου έδινε καθημερινά, είτε όταν τον έπαιρνα αγκαλιά είτε όταν μιλούσαμε στο τηλέφωνο. «Να έχεις πάντα την ευχή μου» μου έλεγε συνεχώς. Ξέρω ότι ήμουν το παν γι’ αυτόν, όπως και αυτός γνωρίζει, εκεί που ξεκουράζεται τώρα, ότι τον αγαπούσα και θα τον αγαπώ για πάντα.

Ημουν το μόνο παιδί του. Με λάτρευε και ήταν υπερήφανος για μένα. Συχνά σε βαθμό υπερβολικό, που με ενοχλούσε. Κρατούσε στο σακάκι του φωτογραφίες μου ή ακόμη και άρθρα μου, τα οποία έδειχνε στους συνομιλητές του. Τους ρωτούσε «είδες τον γιο μου, άκουσες τι είπε, διάβασες τι έγραψε», ενέργειες που προκαλούσαν την έντονη αντίδρασή μου. Αλλά τώρα τα βλέπω όλα μέσα από διαφορετικό πρίσμα. Ενα παιδί είχε και απλά το λάτρευε. Τους τελευταίους μήνες ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι, όπου έδινε με περηφάνια -και σπάνια γι’ αυτόν νηφαλιότητα- τη μάχη του. Εκανε ό, τι του λέγαμε, χωρίς να φέρνει αντίρρηση. Από τη χημειοθεραπεία έως τη μετάγγιση αίματος. «Για να το λέτε εσείς, αυτό θα πρέπει να κάνω», έλεγε με γλυκύτητα. Μόνη παραφωνία σε αυτή την αθώα συγκαταβατικότητα, η συχνή και, δυστυχώς, αυξανόμενη άρνησή του να φάει όσα του ετοίμαζε η μητέρα μου. Αλλά και πάλι ήταν τόσο γλυκός: «Μα δεν μπορώ αγαπούλα μου να φάω. Θέλω, αλλα δεν μπορώ». Παρά την άρτια ιατρική στήριξη που του παρέσχε ο παιδικός μου φίλος και άριστος ογκολόγος Τάσος Σαλεσιώτης, η μάχη ήταν άνιση. Η μετάσταση στα οστά δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Ηταν χαρούμενος που παντρεύτηκα και αγαπούσε τη γυναίκα μου. Ενιωθε ευτυχισμένος που μπόρεσε να δει δυο εγγόνια, τα οποία λάτρευε. Τους τελευταίους μήνες απολάμβανε τις μικρές, αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις που έδινε στο δωμάτιό του ο Πάρις και τις ζεστές αγκαλιές που του έκανε ο Μιλτιάδης. Αλλά η πιο γλυκιά ανάμνηση που μου άφησε ήταν ο απίστευτα ζεστός τρόπος που φερόταν τους τελευταίους μήνες στη μητέρα μου, η οποία, στον μισό αιώνα που έζησαν μαζί, πέρασε αρκετά. «Σε είχα πάντα στην καρδιά μου», της εξομολογήθηκε με την αθωώτητα και την αφοπλιστική ειλικρίνεια που γεννά το επερχόμενο τέλος και τη φίλησε με στοργή.

Τον ευχαριστώ για όσα έκανε για μένα, του εύχομαι καλή ξεκούραση στη γειτονιά των αγγέλων και το μόνο που μπορώ να του υποσχεθώ είναι ότι θα προσπαθήσω και εγώ να κάνω το καλύτερο για τα δικά μου παιδιά। Και θα τους λέω πάντα πόσο τα αγαπούσε ο παππούς τους...

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_30_27/01/2011_430269

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

...από την ομιλία της Jacqueline de Romilly για την εκπαίδευση

«Οι όροι Παιδεία και Εκπαίδευση χωρίζονται από μια ανεπαίσθητη νοηματική διαφορά. Με τον πρώτο όρο εννοούμε την εκπλήρωση των διανοητικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, ενώ με τον δεύτερο τη μετάδοση γνώσης. Ο διχασμός μεταξύ τους προκαλεί τη σημερινή κρίση και την υποβάθμιση της ιστορίας ή της λογοτεχνίας, που χαρακτηρίζονται περιττές πολυτέλειες για το εκπαιδευτικό σύστημα. Η εκφραστική όμως αδυναμία και η ανικανότητα να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον, είναι αυτές που οδηγούν στη βία.

»Για να αντιληφθούμε με ακρίβεια τον λόγο του άλλου, πρέπει να κατανοήσουμε τη σκέψη των προγόνων μας। Η άγνοια του παρελθόντος που επιδεικνύουν οι σημερινοί νέοι απειλεί τη σύγχρονη κοινωνία με πολιτειακή εκτροπή. Στη λογοτεχνία μπορεί να βρει κανείς τη ζωντανή γνώση του παρελθόντος και για τον λόγο αυτό η αντιμετώπισή της ως περιττή πολυτέλεια αποτελεί σοβαρό και επικίνδυνο σφάλμα. Ο Πρωταγόρας αναφέρει στον Πλάτωνα ότι οι νέοι Αθηναίοι είχαν συμφέρον να μελετούν τον Ομηρο, από όπου θα αντλούσαν πρότυπα ηθικής και γενναίας συμπεριφοράς. Κάθε λογοτεχνικό κείμενο δίνει πρόσβαση σε μια εποχή και τον τρόπο σκέψης της, αφήνοντας έντονες εντυπώσεις και μνήμες. Πολλές φορές, οι γνώσεις αυτές από τη σχολική αίθουσα αναπαράγονται σε ώριμα έργα, όπως κάνουν με τις αρχαιοελληνικές μνήμες του ο Ζιρωντού, ο Σαρτρ και τόσοι άλλοι...» (μετάφραση: Φίλιππος Χατζόπουλος).

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_21/12/2010_४२६३२७

«Εκανα παρέα με τον Περικλή»
Η Γαλλίδα ακαδημαϊκός Ζακλίν ντε Ρομιγί αφιέρωσε τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό

Του Σπυρου Γιανναρα

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ. Πικραμένη από τη σταδιακή υποχώρηση των ανθρωπιστικών σπουδών και την αντίστοιχη επικράτηση μιας τεχνοκρατικής αντίληψης στην παιδεία, έφυγε το περασμένο Σάββατο στα 97 της χρόνια, η Γαλλίδα ελληνίστρια και ακαδημαϊκός Ζακλίν ντε Ρομιγί.

«Η Ρομιγί αφιέρωσε τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και στον ελληνικό πολιτισμό, διότι θεωρούσε ότι η μελέτη τους οδηγεί στην κατανόηση της ελευθερίας του ανθρώπου και της δημοκρατίας», υπογράμμισε και η ισόβια γραμματέας της Γαλλικής Ακαδημίας Ελέν Καρέρ ντ’ Ανκός.

«Εζησα σε μια ευτυχισμένη εποχή όπου οι γυναίκες είχαν πρόσβαση στα αρχαία ελληνικά και μετά τον πόλεμο μια περίοδο όλο και μεγαλύτερης άνθισης της μελέτης τους. Υστερα ήρθε ο Μάης του ’68 κι όλα σταμάτησαν. Σήμερα πρέπει να παλεύουμε για να μην εξαφανιστούν από τα σχολεία. Η άμεση επαφή με την ομορφιά των κειμένων μεταμορφώνει κι εξυψώνει τον άνθρωπο. Οι ανθρωπιστικές σπουδές μας κάνουν πιο ανεκτικούς, πιο γενναιόδωρους, πιο ευαίσθητους στην ομορφιά του κόσμου. Οι ανθρωπιστικές σπουδές αυξάνουν την ανθρωπιά μας», ανέφερε σε συνέντευξη στην εφημερίδα «La Croix» το 2008.

Η Ρομιγί άλωσε πολλά ανδρικά προπύργια. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια στο γαλλικό College de France (1973) στην έδρα «Η Ελλάδα και η διαμόρφωση μιας ηθικής και πολιτικής σκέψης» και η πρώτη γυναίκα που εξελέγη ακαδημαϊκός στην έδρα «Αρχαίων Επιγραφών και Γραμμάτων» (1975). Ηταν η δεύτερη Γαλλίδα που στέφθηκε ακαδημαϊκός μετά τη συγγραφέα Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Υπήρξε επίσης η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στην Ecole Normale (1933) και η πρώτη που πέρασε με επιτυχία τις εξετάσεις για το δίπλωμα της Agregation (1936).

«Είχα το προνόμιο να ανήκω σε μια γενιά, όπου άνοιξαν επιτέλους οι πόρτες στις γυναίκες οι οποίες είχαν για πρώτη φορά την ευκαιρία να ανέβουν σε έδρα», είχε δηλώσει σχετικά, με μεγάλη δόση μετριοφροσύνης, σε συνέντευξη στο περιοδικό «Le Point» το 2007.

Για πάνω από εξήντα χρόνια αφιερώθηκε ψυχή τε και σώματι στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία γράφοντας και διδάσκοντας είτε για το θέατρο του Αισχύλου και του Ευριπίδη, τον αγαπημένο της Θουκυδίδη και τον Πελοποννησιακό πόλεμο, είτε για την εξέλιξη της ιστορίας των ιδεών, ειδωμένη μέσα από το πρίσμα της ελληνικής σκέψης. Εξετάζοντας δηλαδή τη διαχρονική εξέλιξη θεμελιακών αρχών και εννοιών του ανθρώπινου πολιτισμού όπως τον Νόμο και το Δίκαιο, την Ελευθερία, τη Δημοκρατία, την Απλότητα σε σχέση με την καταγωγική τους σημασία.

Η Ρομιγί δεν αντιμετώπιζε τα αρχαία ελληνικά κείμενα ως έργα γραμμένα σε μια νεκρή γλώσσα, αλλά ως έναν θησαυρό που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε πληρέστερα και σε μεγαλύτερο βάθος το παρόν μας. Ενδεικτική είναι η δήλωσή της ότι τα αρχαία ελληνικά τής έδιναν χαρά κι ότι ξόδεψε περισσότερο χρόνο κάνοντας παρέα με τον Περικλή και τον Αισχύλο, απ’ ό,τι με τους συγχρόνους της. Η φράση αυτή, η οποία απέχει έτη φωτός από τις κοινότοπες και πανομοιότυπες κατά καιρούς δηλώσεις αδιάφορων πολιτικών για τη σημασία της αρχαίας Ελλάδας, προκαλεί κατάπληξη και θλίψη στους αποφοίτους του ελληνικού σχολείου, από τη Μεταπολίτευση και δώθε, που στην πλειονότητά τους βίωσαν τη διδασκαλία των αρχαίων ως μια ανιαρή διαδικασία αποστήθισης λεξιλογίου και γραμματικοσυντακτικών κανόνων.

Η Ζακλίν ντε Ρομιγί, η οποία γεννήθηκε το 1913, την παραμονή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου κατά τη διάρκεια του οποίου έχασε τον πατέρα και δύο θείους της, γνώρισε τα ιλιγγιώδη επιτεύγματα, αλλά και τις ολέθριες καταστροφές του περασμένου αιώνα, παραμένοντας σταθερά προσηλωμένη στα ιδεώδη του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.

Δεν ήταν ένας μουσειολόγος που διέσωσε μια παρωχημένη γνώση, αλλά ένας πνευματικός άνθρωπος που πάλεψε ώστε να μην ξεχάσουμε ότι το μεγάλο μάθημα του παρελθόντος μπορεί να αποδειχθεί σωτήριο σε δύσκολους καιρούς.

Εξέδωσε δεκάδες βιβλία, η πλειονότητα των οποίων έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά। Το τελευταίο, «Το ανθρώπινο μεγαλείο στον αιώνα του Περικλή» (εκδόσεις Ωκεανίδα), κυκλοφόρησε πέρυσι το καλοκαίρι.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_100006_21/12/2010_426316

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

Χωρίς κριτική σκέψη οι Ελληνες μαθητές

Από τις χειρότερες επιδόσεις μεταξύ 65 χωρών στον διαγωνισμό PISA

Του Αποστολου Λακασα

Ενας στους πέντε Ελληνες μαθητές διαβάζοντας ένα κείμενο αδυνατεί να αναγνωρίσει το κύριο θέμα του, να εντοπίσει μία με σαφήνεια διατυπωμένη πληροφορία εντός του κειμένου, να κάνει μια απλή συσχέτιση ανάμεσα στις πληροφορίες του κειμένου και σε κοινές, καθημερινές γνώσεις. Αυτό προκύπτει από την επιμέρους ανάλυση των επιδόσεων Ελλήνων μαθητών στον διαγωνισμό PISA που διενεργήθηκε το 2009. Οι 15χρονοι μαθητές 65 χωρών εξετάστηκαν στην κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες. Ο διαγωνισμός διενεργείται ανά τριετία, και κάθε φορά από τον ΟΟΣΑ δίνεται βάρος σε μία μαθησιακή δεξιότητα. Φέτος ήταν η σειρά του αναγνωστικού εγγραμματισμού (κατανόηση κειμένου). Παρότι η Ελλάδα βελτίωσε τη μέση επίδοσή της σε σχέση με τον διαγωνισμό του 2006, αυτό δεν ανατρέπει την εικόνα, καθώς οι επιμέρους επιδόσεις των μαθητών στην ικανότητα να κατανοούν γραπτά κείμενα, να τα χρησιμοποιούν και να τα αξιοποιούν για την προσωπική τους γνωστική βελτίωση, δείχνουν ότι το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας πάσχει σοβαρά. Μάλιστα, οι χειρότερες επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών είναι στον εντοπισμό της πληροφορίας (δηλαδή, την κριτική σκέψη), και την κατανόηση κειμένων που περιέχουν βοηθητικά σχήματα, π.χ. κόμικς, χάρτες. Δηλαδή, σε μία εποχή που η απόκτηση πληροφοριών γίνεται από πολλές πηγές, τα Ελληνόπουλα παρουσιάζονται προσκολλημένα στην παραδοσιακή μορφή του βιβλίου, το οποίο μάλλον... παπαγαλίζουν. Ειδικότερα, με βάση τα επιμέρους στοιχεία που παρουσιάζει η «Κ» για τις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στην κατηγορία της κατανόησης κειμένου προκύπτουν τα ακόλουθα:

- Στη γενική κατηγορία της κατανόησης κειμένου στον διαγωνισμό του 2009 η Ελλάδα συγκέντρωσε 483 βαθμούς και βρέθηκε στην 31η θέση μεταξύ 65 χωρών. Στον διαγωνισμό του 2006 είχε 460 βαθμούς και ήταν στην 36η θέση μεταξύ 57 χωρών. Η ελληνική επίδοση βελτιώθηκε μόνο κατά 9 μονάδες συγκριτικά με τον διαγωνισμό του 2000 (ήταν 25η μεταξύ 31 χωρών), όταν και πάλι ο διαγωνισμός είχε δώσει βάρος στην κατανόηση κειμένου. Ομως, και τότε όπως και στον τελευταίο διαγωνισμό η Ελλάδα είναι στην ομάδα των χωρών που είναι κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (493 βαθμοί το 2009).

- Ομως, το 21,3% των Ελλήνων μαθητών είχε επίδοση που δείχνει ότι αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα στην κατανόηση κειμένου. Συγκεκριμένα, βρέθηκε κάτω από το επίπεδο 2 (με ανώτατο επίπεδο το 6), το οποίο θεωρείται το κατώφλι για την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Στον ΟΟΣΑ κατά μέσο όρο το 18,8% των μαθητών είχαν επίδοση κάτω του 2.

- Στον αντίποδα, στα υψηλά επίπεδα 5 και 6 (δείχνουν τους άριστους μαθητές) βρέθηκε μόνο το 5% και 0,6% αντίστοιχα των Ελλήνων μαθητών, ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 7,2% και 0,8% αντίστοιχα. Να σημειωθεί πάντως ότι σε τρεις χώρες -Τουρκία, Μεξικό και Χιλή- κανένας μαθητής δεν βρέθηκε στο ανώτατο επίπεδο 6.

- Οι περισσότεροι Ελληνες μαθητές κινούνται στη μετριότητα, καθώς στο επίπεδο 2 βρέθηκε το 24% και στο επίπεδο 3 το 28,9% των μαθητών.

- Ως προς τις πέντε υποκατηγορίες, η χειρότερη επίδοση των Ελλήνων μαθητών ήταν στον εντοπισμό των πληροφοριών που περιέχει το κείμενο. Πήραν 468 βαθμούς έναντι 495 του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.

- Εξίσου άσχημα πήγαν οι μαθητές στην κατανόηση μη συνεχών κειμένων (στα οποία παρεμβάλλονται βοηθητικά χάρτες, σχήματα, κόμικς κ.λπ.) όπου συγκέντρωσαν 472 έναντι 493 βαθμών του μέσου όρου.

- Πάλι χαμηλότερα -αλλά με μικρότερη απόκλιση- από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ ήταν οι επιδόσεις στη σύνθεση και ερμηνεία κειμένου (484 βαθμοί έναντι 493), στην κατανόηση συνεχών κειμένων (χωρίς γραφικά κ।λπ.) με 487 βαθμούς έναντι 494 του μέσου όρου, και στην αξιολόγηση ενός κειμένου (489-494).

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100057_17/12/2010_426092