Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2008

Το επικίνδυνο σχολείο διώχνει τους μαθητές του

Οι Αμερικανοί υιοθετούν τη διδασκαλία κατ' οίκον

Δάσκαλοι σε άμυνα

Του JULIEN BRYGO*

«Φθινοπωρινό», ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΑΓΚΑΛΟΣ.
«Ποτέ δεν επέτρεψα στη φοίτησή μου στο σχολείο να βλάψει την παιδεία μου». Μαρκ Τουέιν

Για τα προβλήματα του αμερικανικού δημόσιου σχολείου, τα οποία οφείλονται στις δημοσιονομικές περικοπές, στην έλλειψη καθηγητών και στα αλλεπάλληλα κρούσματα βίας, έχουν προταθεί κατά καιρούς αρκετές «λύσεις»: από την προσφυγή στις χορηγίες ή στην ιδιωτική εκπαίδευση, μέχρι και την κατ' οίκον εκπαίδευση των μαθητών από τους ίδιους τους γονείς. Η τελευταία, μάλιστα, δεν αφορά, πια, μονάχα τις θρησκευόμενες οικογένειες οι οποίες επιδιώκουν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από τις «κακές» επιρροές.

Στο Οχάιο, μια πολιτεία που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές, χτυπάει η καρδιά της «βαθιάς» Αμερικής που υποφέρει από την οικονομική κρίση και βλέπει τη συντηρητική ιδεολογία να εξαπλώνεται σε κοινωνικά στρώματα και χώρους που εύκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι κλίνουν προς τα αριστερά(1).

Χαμηλά σε μια κοιλάδα, που παλιότερα ήταν γεμάτη ορυχεία, κυλάει ο ποταμός Χόκινγκ. Παντού αντηχεί το κελάηδημα των κοκκινολαίμηδων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον κατοικεί η οικογένεια Τόμπκινς. Το σπίτι τους παρουσιάζει δύο ιδιαιτερότητες: τον τεχνητό καταρράκτη και το σαλόνι, το οποίο έχει μετατραπεί σε βιβλιοθήκη: οι τοίχοι καλύπτονται από ράφια με εκατοντάδες βιβλία κάθε είδους.

Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει ο πίνακας που είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό των σχολικών τάξεων, το σαλόνι των Τόμπκινς είναι μία από τις εκατοντάδες χιλιάδες ιδιωτικές αίθουσες διδασκαλίας όπου οι γονείς επιδίδονται στο «homeschooling» (στην κατ' οίκον διδασκαλία). Υπάρχουν επίσης στο σαλόνι και δύο υπολογιστές με σύνδεση υψηλής ταχύτητας στο Ιντερνετ.

«Μία από τις αρχές της κατ' οίκον διδασκαλίας είναι η εξής: όταν δεν γνωρίζετε κάτι, πιθανότατα κάποιος άλλος το ξέρει. Μπορεί να πρόκειται για κάποιο χρήστη του Ιντερνετ, για γονιό από τις ομάδες της κατ' οίκον εκπαίδευσης ή για τον συγγραφέα ενός βιβλίου», εξηγεί η Τζέιν Τόμπκινς, πρώην καθηγήτρια ιστορίας της τέχνης στο πανεπιστήμιο του Αθενς, που έχει αναλάβει να διδάξει τα δύο παιδιά της, τον δωδεκάχρονο Γουίλ και τη δεκαπεντάχρονη Μπέκι.

Κάθε πρωί, αντί για τον όρκο υπακοής στο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών που δίνουν οι μαθητές των αμερικανικών σχολείων, ο Γουίλ και η Μπέκι προσεύχονται και διαβάζουν εδάφια της Βίβλου.

Σε αυτό το σπιτικό των αμερικάνων «homeschoolers» δεν εφαρμόζεται καμία επαναστατική εκπαιδευτική πρακτική: στην «τάξη» τα παιδιά είναι καθισμένα μπροστά στο τραπέζι και ακούνε τον «καθηγητή» να κάνει το μάθημά του.

Η μόνη ορατή διαφορά με το συμβατικό αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι ότι ο Γουίλ, η Μπέκι και τα δύο παιδιά ενός προτεστάντη γείτονα δεν βαθμολογούνται. Δουλεύουν ακολουθώντας τους δικούς τους ρυθμούς και μπορούν να διακόψουν το μάθημα ανά πάσα στιγμή. Το πρόγραμμά τους εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από τα επίσημα προγράμματα και διαμορφώθηκε κυρίως από τις δυνατότητες της μητέρας τους, αλλά και από τις δικές τους προτιμήσεις: πιάνο, ιστορία, φυσικές επιστήμες, δακτυλογράφηση... Εκ πρώτης όψεως, η περιέργειά τους είναι ανεξάντλητη.

Διακομματική επιλογή

Είτε δεξιοί, είτε αριστεροί -γιατί υπάρχει και αυτή η κατηγορία- οι οπαδοί του «homeschooling» υποστηρίζουν ότι το κυριότερο πλεονέκτημα αυτής της πρακτικής συνίσταται στην κατάργηση των στεγανών ανάμεσα στη μόρφωση και στην εκμάθηση. Η εκπαίδευση βρίσκεται παντού, όλες τις ώρες, από το πρωί ώς το βράδυ, ακόμα και κατά τη διάρκεια των Σαββατοκύριακων ή των διακοπών των παιδιών.

Οι «homeschoolers» εξαπλώνονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αγοράζουν τα σχολικά εγχειρίδια διά αλληλογραφίας ή μέσω του Ιντερνετ, οργανώνονται σε αυτοδιαχειριζόμενους συνεταιρισμούς οικογενειών με παρόμοιες απόψεις και φιλοδοξίες, εγγράφονται στους καταλόγους αλληλογραφίας ορισμένων μπλογκ, εξειδικευμένων ιστοσελίδων ή ομάδων προβληματισμού. Ομως το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Αυστραλία, τον Καναδά και σε άλλες χώρες(2) του πλανήτη.

Η κυρία Τόμπκινς αποφάσισε να αποσύρει τα παιδιά της από το δημόσιο σχολείο εξαιτίας της «κακής επιρροής» του - το κυριότερο επιχείρημα της κατ' οίκον εκπαίδευσης. Η φοίτηση στο σχολείο, ακόμα και σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, θωρείται όχι μόνο αντιπαραγωγική, αλλά και επιζήμια, δεδομένου ότι μεταδίδει αξίες τις οποίες οι γονείς θεωρούν εξαιρετικά επικίνδυνες.

Τα «προοδευτικά δόγματα», οι αξίες της ανάμειξης των διάφορων κοινωνικών στρωμάτων, η έλλειψη αυστηρής πειθαρχίας, το μάθημα της σεξουαλικής αγωγής και οι απόψεις που δεν συμμερίζονται την απαγόρευση των εκτρώσεων, χαρακτηρίζονται από τους γονείς αυτούς ως εμπόδια για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας των μικρών χριστιανόπουλων.

Οι πολύνεκρες επιθέσεις και οι συλλήψεις ομήρων που πραγματοποιήθηκαν σε πολλά λύκεια και πανεπιστημιουπόλεις έκαναν ακόμα πιο έντονη την άποψη ότι το σχολείο είναι επικίνδυνο, ακόμα και για τη σωματική ακεραιότητα των μαθητών. Εξάλλου, οι γονείς προτιμούν να διαχειρίζονται τα πάντα οι ίδιοι, φοβούμενοι μήπως χάσουν τον έλεγχο των παιδιών τους.

Από την άλλη πλευρά, ο αριστεροί «homeschoolers», αυτοί που η κυρία Τόμπκινς αποκαλεί «χίπηδες», δεν συμμερίζονται τους ίδιους φόβους. Αντίθετα, εκείνο που φοβούνται είναι ότι τα σχολεία θα κατασκευάσουν πειθήνιους εγκεφάλους, αφοσιωμένους στο σύστημα, καθώς και ότι θα μεταδώσουν τα πατριωτικά και τα γραφειοκρατικά δόγματα και τις αξίες του καταναλωτισμού. Ετσι, αντίθετες αιτίες οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα: οι γονείς αποφασίζουν να αποσύρουν τα παιδιά τους από τα συστήματα συλλογικής διδασκαλίας.

Το 1994, έναν χρόνο μετά τη νομιμοποίηση της κατ' οίκον εκπαίδευσης σε πενήντα πολιτείες των ΗΠΑ, η μεγαλύτερη κόρη των Τόμπκινς επέστρεψε από το σχολείο σοκαρισμένη και διηγήθηκε στη μητέρα της τις βρισιές που είχε ακούσει στην αυλή του σχολείου της.

Η φωνή του Κυρίου

Μερικές ημέρες πριν, η κυρία Τόμπκινς είχε ακούσει το κήρυγμα του Τζέιμς Ντόμπσον, του διάσημου ευαγγελιστή παρουσιαστή της εκπομπής «Focus on the family» που μεταδίδεται σε ολόκληρη τη χώρα(3). «Εκείνη την εποχή, πίστευα πως όλα αυτά αφορούσαν μονάχα τους χίπηδες. Ομως ο παρουσιαστής εξήγησε ότι ήταν δυνατόν να αναλάβει κανείς την εκπαίδευση των παιδιών του με τη βοήθεια σχολικών εγχειριδίων και οικογενειακών συνεταιρισμών». Ακολούθησε τις συμβουλές του κι απέσυρε αμέσως την κόρη της από το καθολικό σχολείο.

Κι όμως, η κομητεία του Αθενς είναι μία από τις πλέον ήσυχες της χώρας. Τα δημόσια σχολεία δεν μοιάζουν καθόλου με τους «τόπους απωλείας» τους οποίους περιγράφουν διαρκώς τα μέσα ενημέρωσης που διψάνε για ιστορίες του αστυνομικού δελτίου με πρωταγωνιστές παιδιά. Το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει την εξάπλωση των μύθων για τα φρικτά πράγματα που συμβαίνουν στις αυλές των σχολείων. Παράλληλα ωθεί κάθε χρόνο εκατοντάδες χριστιανικές οικογένειες να παίρνουν τα παιδιά τους από τα «σχολεία της κυβέρνησης» και το «ασταθές περιβάλλον τους», το οποίο είναι μολυσμένο από την «κρατική ιδεολογία».

Στο 3% των μαθητών της κομητείας, η εκπαίδευση παρέχεται από τους γονείς. Δεν πρόκειται ακόμα για πλημμυρίδα, ωστόσο τα πρώτα κυματάκια έχουν κάνει την εμφάνισή τους: ενώ το 1999 ο αριθμός των οικογενειών των «homeschoolers» έφτανε τις 850.000, το 2006 είχε σχεδόν τριπλασιαστεί, ξεπερνώντας τα 2.000.000(4).

Ο δεκαπεντάχρονος Τζον Κόλβιν, του οποίου η μητέρα διευθύνει εδώ και δέκα χρόνια έναν συνεταιρισμό πέντε οικογενειών, δεν έχει πατήσει ποτέ του σε σχολείο. Αυτό δεν τον εμποδίζει να έχει άποψη για τον θεσμό: «Κατά τη γνώμη μου, η κατ' οίκον εκπαίδευση αποτελεί μια σωστή λύση, δεδομένου ότι ο Μάο και οι ναζί χρησιμοποίησαν το δημόσιο σχολείο για να διαδώσουν την προπαγάνδα τους», αναλύει το θέμα ξαπλωμένος στον καναπέ.

Για τον νεαρότερο αδελφό του, Μπεν, το «homeschooling» επιτρέπει κυρίως «την καλύτερη οργάνωση του προγράμματος του μαθητή και την εξασφάλιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης». Ομως η Σάρον Κόλβιν, η μητέρα τους, δηλώνει ότι τα θρησκευτικά δεν ήταν ο μοναδικός λόγος που έκαναν αυτή την επιλογή. Και συνοψίζει: «Αρνούμαστε στο κράτος το δικαίωμα να επηρεάζει την ιδεολογία των παιδιών μας». Η πρώην φοιτήτρια του πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας επιθυμεί την κατάργηση του υπουργείου Παιδείας.

Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα που πραγματοποίησε το υπουργείο Παιδείας για την κατ' οίκον εκπαίδευση, το 31% των γονέων που αποφασίζουν να μην εμπιστευθούν τα παιδιά τους στο σχολείο ανησυχεί για «το κλίμα και το περιβάλλον που κυριαρχεί εκεί»(5). Το 30% επιθυμεί «να δώσει στο παιδί του ηθική και θρησκευτική παιδεία», ενώ το 16,5% έχει απογοητευτεί από την «πνευματική εκπαίδευση που προσφέρουν τα σχολεία». Επίσης, προβάλλονται ορισμένες ιδιαίτερες ανάγκες του παιδιού (7%) ή προβλήματα υγείας, σωματικής και ψυχικής (7%).

Η αμφισβήτηση του σχολείου αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Στο βιβλίο τους «Better Late Than Early» («Καλύτερα αργά παρά νωρίς»), οι αμερικανοί παιδαγωγοί Ρέιμοντ και Ντόροθι Μουρ, οι οποίοι προέρχονταν από τη θρησκευόμενη δεξιά, παρουσίασαν τα αποτελέσματα των ερευνών τους: η φοίτηση των παιδιών στο σχολείο άρχιζε υπερβολικά νωρίς, ενώ αποδεικνυόταν επιζήμια, τόσο από σωματική, ηθική και διανοητική άποψη, όσο και από την πλευρά της κοινωνικοποίησης. Κατά τη γνώμη τους, έπρεπε να αρχίζει μετά την ηλικία των 8-10 ετών, αν όχι των 12.

Την ίδια εποχή, άρχισε να εξαπλώνεται και στους κόλπους της αριστεράς η κριτική στον θεσμό του σχολείου ο οποίος αποσκοπούσε στη διαιώνιση των κοινωνικών ανισοτήτων. Με λίγα λόγια, η ισότητα των ευκαιριών στο σχολείο ήταν ένας μύθος, όπως εξάλλου και η ταξική ουδετερότητά του.

Το κίνημα οδήγησε πολύ σύντομα στην καταγγελία της αυθαιρεσίας των πολιτισμικών στοιχείων του εκπαιδευτικού προγράμματος, της παραδοσιακής παιδαγωγικής, καθώς επίσης και στην ανάπτυξη προβληματισμού για το τι είναι γνώση και για τη σχέση ανάμεσα στον δάσκαλο και τον μαθητή. Σιγά σιγά, η κριτική του σχολείου μετατράπηκε σε κριτική των ίδιων των αρχών στις οποίες στηρίζεται το εκπαιδευτικό σύστημα, της αποστολής του και των μέσων που διαθέτει, ενώ κατέληξε στη ριζική αμφισβήτηση ακόμα και του λόγου ύπαρξης του σχολείου.

Κίνημα αμφισβήτησης

Ο Ιβάν Ιλιτς (1926-2002), στο έργο του «Μια κοινωνία χωρίς σχολείο»(6), προτείνει, στηριζόμενος σε παρόμοιες αναλύσεις, την «απο-σχολειοποίηση» της κοινωνίας: το σχολείο θα μπορούσε να αντικατασταθεί από την προσφορά εκπαιδευτικών αγαθών μέσα από δίκτυα που θα επέτρεπαν την ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων. Σύμφωνα με τον Ιβάν Ιλιτς, το υποχρεωτικό σχολείο, η παρατεταμένη φοίτηση και ο ανταγωνισμός για τα διπλώματα αποτελούν «ψευδοπρόοδο που συνίσταται στην παραγωγή πειθήνιων μαθητών, προετοιμασμένων να καταναλώσουν έτοιμα προγράμματα που συνέταξαν οι "αρχές" και να υπακούουν στους θεσμούς».

Η συγκεκριμένη θεματολογία εισήχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες από τον επιτυχημένο δοκιμιογράφο Τζον Κάλντγουελ Χολτ (1923-1985), ο οποίος εξέδωσε, το 1977, το διμηνιαίο περιοδικό «Growning Without Schooling», σημείο αναφοράς στην ανταλλαγή εμπειριών για τις μεθόδους της κατ' οίκον εκπαίδευσης.

Ο ίδιος ο Χολτ κι ένα τμήμα της αριστεράς -ρομαντική, ελευθεριακή ή ριζοσπαστική- υιοθέτησαν αυτό που αργότερα ονομάστηκε «unschooling» (εγκατάλειψη του σχολείου, δηλαδή).

Πολλοί οπαδοί της μεθόδου έρχονται, τρεις ή τέσσερις φορές το μήνα, στη δημοτική βιβλιοθήκη της πόλης Αθενς για να παραδώσουν συλλογικά μαθήματα στα παιδιά τους. Ακόμα και η Εϊμι Κινγκ, συντονίστρια των δημοτικών υπηρεσιών της πόλης για ζητήματα νεολαίας, αποφάσισε, το 2001, να βγάλει την κόρη της από το δημόσιο σχολείο της περιοχής.

Εκείνη τη χρονιά, με πρωτοβουλία του προέδρου Τζορτζ Μπους, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι, μεταξύ των οποίων και ο σημερινός υποψήφιος για την προεδρία Μπάρακ Ομπάμα, υιοθέτησαν με συντριπτική πλειοψηφία τον νόμο «Νο Child Left Behind» («Κανένα παιδί δεν θα εγκαταλειφθεί στη μοίρα του»), ο οποίος θεσπίζει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, διευκολύνει την πρόσβαση στα ιδιωτικά σχολεία και δημιουργεί μια πραγματική «αγορά της εκπαίδευσης» που τροφοδοτείται από τα «εκπαιδευτικά κουπόνια» (7).

Για την κυρία Κινγκ, η τυποποίηση των προγραμμάτων που προέκυψε από αυτόν τον «καταστροφικό» νόμο, «έκανε το σχολείο περισσότερο άκαμπτο, τις ανισότητες ανάμεσα στους μαθητές πιο έντονες και θέσπισε ως μοναδικό εκπαιδευτικό κριτήριο την ταχύτητα με την οποία μαθαίνουν την ύλη οι μαθητές».

Στο βάθος της αίθουσας, ο τριαντατριάχρονος Σκοτ Γκράντι, μουσικός, βιοκαλλιεργητής και «πατέρας και οικογενειάρχης πλήρους απασχόλησης» όπως λέει, κάνει τους λογαριασμούς του καθισμένος σε έναν καναπέ, ενώ οι δύο του κόρες, Τζόρα και Σορέλ, εκτελούν χρέη εθελοντή βιβλιοθηκάριου:

«Αν σκεφτεί κανείς ότι το σχολείο αναγκάζει τα παιδιά να μένουν καθισμένα έξι ώρες τη μέρα, ο θεσμός είναι αρκετά σκληρός. Θέλω οι κόρες μου να ζουν μέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο θα τις αφήνει ελεύθερες να μαθαίνουν αυτό που θέλουν, σε όποια ηλικία το θέλουν», εξηγεί ο οικογενειάρχης του οποίου τα εισοδήματα δεν ξεπερνούν τα 20.000 δολάρια τον χρόνο (λίγο λιγότερο από 1.000 ευρώ το μήνα).

«Στο σπίτι υπάρχουν πάντοτε βιβλία πάνω στο τραπέζι και κάθε μέρα καθόμαστε για να δουλέψουμε, άλλοτε μαθηματικά, άλλοτε γραφή, άλλοτε ανάγνωση, μουσική ή καλλιτεχνικά... Μαθαίνουμε επίσης να φτιάχνουμε ψωμί, να κατασκευάζουμε μικρά σπίτια, και τους παραδίδουμε μαθήματα κριτικής σκέψης».

Συλλογικά μαθήματα

Η επτάχρονη Σορέλ εξηγεί πόσο ελεύθερη αισθάνεται: «Μου αρέσει στ' αλήθεια να με διδάσκουν οι γονείς μου, γιατί μπορώ να μάθω αυτό που θέλω στην ηλικία που εγώ θέλω. Αν ήμουν στο σχολείο, έπρεπε να ακολουθώ ένα πρόγραμμα, χωρίς να μπορώ να μάθω αυτά που μαθαίνει κανείς ένα, δύο ή και τρία χρόνια αργότερα, αν και θα το ήθελα πολύ. Επιπλέον, έχω πολλές φίλες που μαθαίνουν όπως κι εγώ, στο σπίτι, κι έτσι είμαι ευχαριστημένη».

Οι γονείς της συμμετέχουν σε μια ομάδα που συγκεντρώνεται μία φορά την εβδομάδα -την αποκαλούν ομάδα και όχι συνεταιρισμό. Παρ' όλο που η ονομασία διαφέρει, η λογική παραμένει ίδια: το ζητούμενο είναι να διαπιστωθούν οι γνώσεις των γονέων και να οργανωθούν συλλογικά μαθήματα για τα παιδιά.

Οκτώ οικογένειες συμμετέχουν στην ομάδα του Γκράντι, για τον οποίο «η ηλικία δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στις κοινωνικές σχέσεις. Καθόλη τη διάρκεια της ζωής μας, όλοι μας μαθαίνουμε, τόσο οι νεότεροι, όσο και τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Στην ομάδα μας, οι μαθητές είναι μάλλον απείθαρχοι, πράγμα που οδήγησε πρόσφατα μία από τις οικογένειες να αποσυρθεί, καθώς θεωρούσε ότι προσφέραμε υπερβολική ελευθερία στα παιδιά της. Είναι ένα από τα προβλήματα τα οποία οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε. Υπάρχει σίγουρα μια μέση οδός την οποία πρέπει να βρούμε, ανάμεσα στο να μένεις καθισμένος και σιωπηλός όλη την ημέρα και στο να κάνεις ό,τι θέλεις, όποτε το θέλεις. Ωστόσο, είναι καλό να αμφισβητείται η έννοια της εξουσίας».

Οι κριτικές που διατυπώνονται ενάντια στην κατ' οίκον εκπαίδευση επικεντρώνονται όχι μονάχα στον κίνδυνο της ελλιπούς κοινωνικοποίησης, αλλά και στην ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Καθώς οι περισσότεροι από τους «homeschoolers» δεν διαθέτουν την παραμικρή κατάρτιση σε αυτόν τον τομέα, ενδέχεται να προσφέρουν στα παιδιά τους ελλιπή μόρφωση. Κι όμως, πολλές μελέτες αποδεικνύουν ότι οι μαθητές που προέρχονται από αυτό το σύστημα εισάγονται καλά προετοιμασμένοι στα πανεπιστήμια, καθώς και ότι οι επιδόσεις τους βρίσκονται πάνω από τον μέσο όρο.

Ετσι, το 1998, ο καθηγητής Λόρενς Ράντνερ του πανεπιστημίου του Μέριλαντ έλεγξε τις γνώσεις 20.760 παιδιών που λαμβάνουν κατ' οίκον εκπαίδευση. Η βαθμολογία που συγκέντρωσαν. Σύμφωνα με τη μελέτη ήταν «εντυπωσιακά υψηλή»(8).

Παρόμοια αποτελέσματα πρέπει να σταθμιστούν από το γεγονός ότι οι οπαδοί του «homeschooling» βιώνουν την επιλογή τους ως «ιερή αποστολή» και της αφιερώνουν όλα τα διαθέσιμα μέσα τους, ακόμα κι αν χρειαστεί να σφίξουν κάμποσο το ζωνάρι. Εξάλλου, στις Ηνωμένες Πολιτείες, εδώ και αρκετές δεκαετίες, το δημόσιο σχολείο έχει θυσιαστεί στον βωμό των δημοσιονομικών περικοπών, κυρίως από τις κυβερνήσεις των Ρεπουμπλικάνων(9).

Ατομικό πρόγραμμα

Για να αναλάβει κανείς την εκπαίδευση των παιδιών του, οι διοικητικές διαδικασίες είναι εντυπωσιακά απλές. Στο Οχάιο, αρκεί να έχει ολοκληρώσει κανείς τις δευτεροβάθμιες σπουδές του. Οι οικογένειες υποβάλλουν στην αρχή του σχολικού έτους μια δήλωση στις τοπικές αρχές, στην οποία περιλαμβάνεται το πρόγραμμα που σκοπεύουν να ακολουθήσουν και η δέσμευση ότι τα παιδιά τους θα παρακολουθήσουν τουλάχιστον 900 ώρες μαθημάτων.

Η γραφή, η ανάγνωση, η γεωγραφία, η ιστορία (των Ηνωμένων Πολιτειών και του Οχάιο), τα μαθηματικά, η γνώση του δημοκρατικού πολιτεύματος, οι φυσικές επιστήμες, η αγωγή υγείας και η πρόληψη των πυρκαγιών περιλαμβάνονται στα υποχρεωτικά μαθήματα.

Οι υπάλληλοι του τοπικού «school board of education» (σχολικού συμβουλίου εκπαίδευσης) δεν κρίνουν το περιεχόμενο της διδασκαλίας: περιορίζονται στο να ελέγξουν την τήρηση του προγράμματος που παρουσίασαν οι γονείς. Ομως, δεδομένου ότι δεν προβαίνουν στον έλεγχο των γνώσεων των μαθητών, είναι πολύ εύκολο να ισχυριστεί κανείς ότι όντως δίδαξε αυτά τα μαθήματα.

Ενας γυμνασιάρχης του Αθενς, ωστόσο, σχολιάζει: «Οι γονείς μπορούν, εντελώς νομότυπα, να μην στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο, να ισχυριστούν ότι τους παρέχουν κατ' οίκον εκπαίδευση, και, στην πραγματικότητα, να μην κάνουν τίποτα καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου».

Η κατ' οίκον εκπαίδευση νομιμοποιήθηκε το 1993 σε όλη τη χώρα χάρη στη δράση του λόμπι Home School Legal Defense Association (HSLDA), μιας ευαγγελικής οργάνωσης στην οποία συμμετέχουν περισσότερες από 80.000 οικογένειες.

Το νομοθετικό πλαίσιο της κατ' οίκον εκπαίδευσης διαφέρει ανάλογα με την πολιτεία: ελάχιστα αυστηρό είναι στη Φλώριδα ή στο Τέξας όπου οι γονείς δεν χρειάζεται καν να υποβάλλουν δήλωση στις τοπικές αρχές. Αντιθέτως, είναι πολύ αυστηρό στη βόρεια Ντακότα, στην Πενσυλβάνια ή στην Καλιφόρνια(10).

Στις 8 Μαΐου του 2008, το εφετείο του δεύτερου διαμερίσματος της πολιτείας της Καλιφόρνιας απαγόρευσε στους γονείς που δεν έχουν λάβει την κατάλληλη μόρφωση να αναλαμβάνουν την εκπαίδευση των παιδιών τους(11). Ξαφνικά, 170.000 μαθητές μετατράπηκαν σε παράνομους και οι γονείς τους βρέθηκαν αντιμέτωποι με κίνδυνο ποινικής δίωξης.

Ο Μάικ Σμιθ, πρόεδρος της HSLDA, ξεκίνησε αμέσως εκστρατεία για την υπεράσπιση του «θεμελιώδους δικαιώματος κάθε ατόμου να εκπαιδεύει τα παιδιά του».

«Στις άλλες 49 πολιτείες των ΗΠΑ, οι γονείς έχουν τη δυνατότητα να λειτουργούν ως ιδιωτικά σχολεία. Η υποχρέωση να διαθέτουν μια κατάρτιση η οποία να τους επιτρέπει να διδάσκουν δεν αποτελεί περιορισμό που προβλέπεται από το Σύνταγμα. Συνεπώς, καθένας μπορεί να εκπαιδεύει τα παιδιά του».

Επικαλείται δε, μια δημοσκόπηση που πραγματοποίησε η Ellison Research του Φοίνιξ(12), σύμφωνα με την οποία το 50% των ερωτηθέντων κυρίως γονέων θεωρεί την κατ' οίκον εκπαίδευση εξίσου αποτελεσματική με αυτή στο δημόσιο σχολείο.

Κατά τη γνώμη της οργάνωσης, «οφείλεται στο γεγονός ότι τα παιδιά που εκπαιδεύονται από τους γονείς τους επιτυγχάνουν συχνά καλύτερες επιδόσεις στα τεστ για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια».

Στην πόλη Στιούαρτ του Οχάιο, ο Τζορτζ Γουντ, διευθυντής του τοπικού ομοσπονδιακού λυκείου αλλά και του Φόρουμ για τη Δημοκρατία στην Εκπαίδευση, μας παρουσιάζει το Many Children Left Behind(13), το συλλογικό έργο του οποίου υπήρξε ο συντονιστής.

Σχολείο = ζωή

Αν και ανησυχεί περισσότερο για την έλλειψη πόρων για τα σχολεία και λιγότερο για την άνθηση της κατ' οίκον διδασκαλίας, αναγνωρίζει ότι φοβάται τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που μπορεί να έχει αυτή η πρακτική: «Μένοντας μέσα στο οικογενειακό τους περιβάλλον, οι επιρροές που δέχονται οι μελλοντικοί πολίτες δεν τους προετοιμάζουν για τον προβληματισμό και τη διαφορετικότητα των απόψεων που προϋποθέτει η δημοκρατία. Εάν οι γονείς περιορίσουν τις σχέσεις των παιδιών με άτομα από άλλες φυλές ή από άλλα κοινωνικά και μορφωτικά περιβάλλοντα, όταν θα φτάσουν σε ηλικία να συμμετέχουν στα κοινά, θα απορρίπτουν εξαρχής τις διαφορετικές απόψεις».

Η επιχειρηματολογία συμπίπτει με εκείνη που διατυπώνει το National Education Association (ΝΕΑ), το συνδικάτο των εκπαιδευτικών, το οποίο ο Ροντ Πέιτζ, ο αρχιτέκτονας του νόμου Νο Child left Behind, αποκαλεί «τρομοκρατική ομάδα»(14).

Σύμφωνα με την Τζεν Τόμσομ, δασκάλα και μέλος του ΝΕΑ, «παρ' όλα όσα θα μπορούσε κανείς να προσάψει στο σχολείο, διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στη διαμόρφωση της κουλτούρας και στη γνώση της κοινωνίας. Τα παιδιά μαθαίνουν τη ζωή, βρίσκονται αντιμέτωπα με διάφορες γνώμες, και οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να τα απομακρύνουν από αυτό το χώρο με τη δικαιολογία ότι φοβούνται τις "κακές επιρροές"».

Η Εϊμι Χάουλεϊ, ερευνήτρια στον τομέα των επιστημών της εκπαίδευσης στο πανεπιστήμιο του Αθενς, καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που συμμερίζονται και πάρα πολλοί άλλοι παρατηρητές: η κατ' οίκον εκπαίδευση θα φτάσει -με μηχανικό τρόπο- στα όριά της.

«Για να εκπαιδεύσουν μόνοι τους τα παιδιά τους, οι γονείς -και στη συγκεκριμένη περίπτωση κυρίως η μητέρα- πρέπει να δαπανήσουν υπερβολική ενέργεια. Ελάχιστοι είναι διατεθειμένοι να κάνουν τις θυσίες που απαιτεί ένα πλήρες πρόγραμμα εκπαίδευσης. Το φαινόμενο είναι περιθωριακό. Το παραδοσιακό σχολείο έχει μέλλον, δεδομένου ότι η πλειονότητα των γονέων αποφασίζει να του εμπιστευτεί τα παιδιά της, χωρίς να ανησυχεί ιδιαίτερα για το τι διδάσκεται σε αυτό. Επιπλέον, το δημόσιο σχολείο παραμένει η κυριότερη μπέιμπι-σίτερ για τα αμερικανόπουλα».

1. Βλέπε Thomas Frank, «Pourquoi les pauvres votent a droite. Comment les conservateurs ont gagne le coeur des Etats-Unis (et celui des autres pays riches)», Agone, Μασσαλία, 2008.

2. Η κατ' οίκον εκπαίδευση, που έχει απαγορευθεί στη Γερμανία, άρχισε να κάνει την εμφάνισή της σε Ελβετία, Μεξικό, Ιαπωνία, Ρωσία και Ν. Αφρική.

3. ΣτΕ: Βλ. http://www.focusonthefamily.com/

4. Brian D. Ray, «Research Facts on Homeschooling», National Home Education Research Institute, 10 Ιουλίου 2006, www.nheri.org.

5. Homeschooling in the United States : 2003, National Center for Education Statistics, διαθέσιμο στο http://nces.ed.gov/pubs2006/homeschool.

6. Ivan Illitch, «Une societe sans ecole», Seuil, 1971.

7. Τα «εκπαιδευτικά κουπόνια» επιστρέφουν άμεσα στους γονείς το ποσοστό των φόρων που θα προορίζονταν για τον προϋπολογισμό της εθνικής εκπαίδευσης, έτσι ώστε να μπορούν να συμπεριφέρονται ως καταναλωτές στη σχολική αγορά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτή η λύση προτάθηκε από τον νεοφιλελεύθερο οικονομολόγο Μίλτον Φρίντμαν.

8. Lawrence Rudner, «Scholastic achievement and demographic caracteristics of home school students in 1998», Educational Policy Analysis Archives, University of Maryland, College Park, τόμος 7, nΦ8, 1999.

9. Εκτός από την Καλιφόρνια, σε άλλες 22 πολιτείες παρατηρείται έλλειμμα 39 δισ. δολαρίων για το οικονομικό έτος 2008-2009, σύμφωνα με το Center on Budget and Policy Priorities. Στην Καλιφόρνια, ο κυβερνήτης Σβαρτσενέγκερ αποφάσισε περικοπές 6 δισ. δολαρίων στον προϋπολογισμό της εκπαίδευσης, οι οποίες θα προκαλέσουν την απόλυση περισσότερων από 20.000 εκπαιδευτικών κι εργαζομένων στα σχολεία. http://wsws.org/francais/News/2008/mai08/cali-m12.shtml

10. Το HSLDA (http://www.hslda.org) βαθμολογεί τις πολιτείες με κριτήριο τον βαθμό ευκολίας της διαδικασίας στην οποία υποβάλλονται οι οικογένειες των homeschoolers: 10 πολιτείες δεν απαιτούν καμία δήλωση, σε 15 εφαρμόζεται «χαλαρό ρυθμιστικό πλαίσιο» (αρκεί μια δήλωση των γονιών), σε 20 εφαρμόζεται «μέτριο ρυθμιστικό πλαίσιο» και σε 6 «μια σκληρότερη νομοθεσία», βλ. www.heritage.org

11. Αυτή η απόφαση ακυρώθηκε στις 10/7/2008 από άλλο δικαστήριο.

12. www.ellisonresearch.com/releases/20080424.htm

13. George Wood (υπό τη διεύθυνσή του), «Many Children Left Behind : How the Νο Children Left Behind Act is Damaging Our Children and Our Schools», Forum for Education and Democracy, Beacon Press, Βοστόνη, 2004.

14. ΣτΕ: Βλ. http://www.nea.org

*Ο JULIEN BRYGO είναι δημοσιογράφος.


Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008

ΠΡΟΣΩΠΑ Για τον «κακό» μαθητή

ΝΤΑΝΙΕΛ ΠΕΝΑΚ
ΠΡΟΣΩΠΑ Για τον «κακό» μαθητή
ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ gangel@dolnet.gr
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008

Σε μια εποχή που κυριαρχούν «οι πρώτοι», οι μανιώδεις κυνηγοί της επιτυχίας, οι ανταγωνιστικοί και οι επίδοξες διασημότητες, ο βραβευμένος Γάλλος συγγραφέας Ντανιέλ Πενάκ γράφει για τους μαθητές του τελευταίου θρανίου, για τις μπαλαρίνες στην τελευταία σειρά του κορ-ντεμπαλέ, γι΄ αυτούς που μένουν διαρκώς τελευταίοι. Άλλωστε και ο Πενάκ στο σχολείο ήταν για καιρό μια «χαμένη υπόθεση». Ο ίδιος έχει πει πως, για να μάθει στο Δημοτικό το γράμμα «α», χρειάστηκε μια ολόκληρη χρονιά. Ο πατέρας του πάντως δεν είχε ανησυχήσει αφού, όπως είχε πει τότε, μέσα σε 26 χρόνια ο γιος του θα ήξερε τέλεια την αλφαβήτα...

Γεννημένος το 1944 στην Καζαμπλάνκα του Μαρόκου, γιος στρατιωτικού καριέρας, ο Πενάκ (το πραγματικό όνομά του είναι Ντανιέλ Πενακιόνι) πέρασε την παιδική του ηλικία και την εφηβεία στην Αφρική, την Ευρώπη και την Ασία. Έγινε δάσκαλος και συγγραφέας- παιδικών βιβλίων, μυθιστορημάτων και δοκιμίων- και από την πρώτη στιγμή μελέτησε και επέκρινε τους θεσμούς που αρνούνται την ατομικότητα. «Δεν εξαναγκάζεις την περιέργεια, την αφυπνίζεις», υπογραμμίζει στην παιδαγωγική πραγματεία του «Σαν ένα μυθιστόρημα» (στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτης, άλλα βιβλία του κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πατάκης, Ψυχογιός, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Οδυσσέας).

Τις προάλλες στην Ιταλία, προσκεκλημένος ομιλητής στο Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Μάντοβας, ο Πενάκ μίλησε για κάτι που αφορά τη μεγάλη πλειονότητα των παιδιών: τον πόνο που προκαλεί το να μην καταλαβαίνεις. Δημιουργεί αισθήματα αποξένωσης και οδύνης, ματαίωσης και φόβου, οργής και παράλυσης. Αισθήματα που συνυπάρχουν στον κακό μαθητή. Οι δάσκαλοι του δίνουν το στίγμα του τεμπέλη, του βλάκα, του απρόθυμου και οι γονείς βλέπουν σ΄ αυτόν την αποτυχία των προσπαθειών τους. Κι όμως, αυτός ο «κακός» μαθητής είναι η απόδειξη ενός πλούτου και μιας ανθρωπολογικής περιπλοκότητας που ο Πενάκ έχει βάλει σκοπό του να γνωρίσει.

Εξαιτίας της παγίδας των βαθμών και της διαγωγής, το σχολείο, με λίγες εξαιρέσεις, κάνει δυστυχείς τους μαθητές του. «Θα ήταν καλύτερα να προκαλεί την περιέργεια, χωρίς να μεταδίδει βεβαιότητες», είπε ο συγγραφέας στην ομιλία του.
==========================
  • Εδώ ας ανοίξουμε μια παρένθεση για να αναφερθούμε σε μια άλλη συγγενή άποψη που υπάρχει και στο link:
Mαθαίνοντας στο Internet Φυσική -www.geocities.com/gutsi1
Από το βιβλίο: " Η επιχείρηση του μέλλοντος" (ROWAN GIBSON)


…Έχουμε σχεδιάσει τα σχολεία μας με βάση την υπόρρητη παραδοχή ότι όλα τα προβλήματα στον κόσμο έχουν λυθεί και ότι ο δάσκαλος ξέρει τις απαντήσεις*. Έτσι η δουλειά του δασκάλου είναι να δώσει στους μαθητές το πρόβλημα, κατόπιν την απάντηση και, στην κυριολεξία, να τους βάλλει σε τάξη. Σύμφωνα με την δικιά μου άποψη για τον κόσμο, δηλαδή, το μελλοντικό κόσμο των συνεχών ασυνεχειών, τα προβλήματα δεν είναι δεδομένα. Πρέπει να επινοήσουμε τον κόσμο. Επομένως, η παραδοσιακή εκπαίδευση κινδυνεύει να καταστεί μη εκπαίδευση. Πολλές από τις παραδοχές που υποστήριζαν την εκπαίδευση που έλαβα εγώ στηριζόταν στην πεποίθηση ότι υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορούμε να μάθουμε στον κόσμο και ότι, αν μάθουμε αυτά τα πράγματα, θα μπορέσουμε να ζήσουμε στον κόσμο με σιγουριά. Πιστεύω ότι πολλές από αυτές τις παραδοχές πρέπει να τις ξεμάθω…
Πριν από την ανακάλυψη της τυπογραφίας, στις αρχές του δεκάτου πέμπτου αιώνα, ήμασταν υποχρεωμένοι να πιστεύουμε ότι οι θεσμοί όπως η μοναρχία και η Εκκλησία κατέχουν την γνώση. Ότι αυτοί οι θεσμοί ήταν, σε τελευταία ανάλυση, οι μόνες πηγές γνώσης και σοφίας που υπήρχαν. Στη συνέχεια, με την ανακάλυψη της τυπογραφίας, οι άνθρωποι μπορούσαν να διαβάσουν οι ίδιοι τη Βίβλο στη μητρική τους γλώσσα, στο σπίτι τους και μπορούσαν οι ίδιοι να αποφασίσουν το νόημα της ζωής, για την ηθική και κοινωνική τάξη. Ανακάλυψαν ότι πολλοί από τους παραδοσιακούς θεσμούς είχαν σαθρές βάσεις. Οι Βασιλείς και οι κληρικοί μετατράπηκαν ξαφνικά σε απλούς ανθρώπους, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν ήταν καλύτεροι από τους απλούς ανθρώπους. Η ανακάλυψη αυτή ήταν πολύ συναρπαστική και οδήγησε τους ανθρώπους να γίνουν δημιουργικοί και επιχειρηματικοί. Έχουμε λοιπόν, την Αναγέννηση και όλα τα θετικά που συνεπάγεται.
Ταυτοχρόνως οι άνθρωποι έχουν απέκτησαν μια έντονη αίσθηση ανασφάλειας, μια έντονη αίσθηση αβεβαιότητας, και επακολούθησαν διαμάχες και πόλεμοι αφού οι άνθρωποι άρχισαν να ανταγωνίζονται για την κατάληψη της εξουσίας που είχε μείνει κενή. Νομίζω ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει στις μέρες μας. Και ενώ τότε ο καταλύτης ήταν η ανακάλυψη της τυπογραφίας, σήμερα είναι οι υπολογιστές, το διαδίκτυο και τα CD-ROM.
(* σημείωση: το δυσάρεστο είναι ότι δεν είναι λίγοι οι δάσκαλοι που συμπεριφέρονται ωσάν να έχουν τις απαντήσεις για όλα…)

..κλείνει η παρένθεση...
===============================

«Άκουσα πως για τα κακά που αποδίδουμε στο σχολείο, για την κακή απόδοση των μαθητών, για την κακή διαγωγή τους, ευθύνεται το ΄68. Είναι μια παιδιάστικη χοντράδα που λένε κάποιοι γεροξεμωραμένοι. Αλλά είναι κυρίως ένας τρόπος για να αποσείσουν τις δικές τους ευθύνες. Σήμερα στη διδασκαλική έδρα δεν βρίσκεται ο Μάης του ΄68, αλλά δάσκαλοι που πρέπει να ξέρουν τι είναι το σχολείο και ποια προβλήματα θέτει». Τον Πενάκ, τον δυσκολεύει η λέξη αγάπη, είναι μια λέξη βαριά, πιστεύει όμως ότι αφορά κατ΄ εξοχήν τους εκπαιδευτικούς. Πρέπει να αγαπάς την ύλη που διδάσκεις· να αγαπάς τον τρόπο που τη μεταδίδεις και να αγαπάς, με ανθρωπολογική περιέργεια, αυτή τη φυλή των μαθητών που βρίσκεται κάθε πρωί μπροστά σου.

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=86582&ct=2

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Προβληματισμοί για το Internet

Τα τελευταία κείμενα που έχουν αναρτηθεί μας αναγκάζουν να σκεφτούμε τις συνέπειες της κυριαρχίας του Internet.
Οι φωνές που ακούγονται αναφέρονται σε πραγματικά προβλήματα και ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι δεν προέρχονται από τεχνοφοβικούς! Συμφωνούμε με τις ενστάσεις ή όχι ένα φαίνεται ότι είναι σίγουρο:
Η κυριαρχία του νέου μέσου(Internet) είναι αναμφισβήτητη.
H αντίδρασή μας πρέπει να είναι η αποδοχή του, αφού η ένταξή του σε όλες μας τις δραστηριότητες είναι δεδομένη. Μια αποδοχή όμως που πρέπει να συνοδεύεται από ικανή δόση σκεπτικισμού.
Απαιτούμε πραγματικές υπηρεσίες.
Χρήση – αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας εκεί που πραγματικά δίνει σοβαρά πλεονεκτήματα.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

Το διαδίκτυο και η δημοκρατία «στο απόσπασμα»

Το διαδίκτυο και η δημοκρατία «στο απόσπασμα»



Οι σελίδες αυτές είναι ταγμένες στην επιστήμη και στην τεχνολογία, αλλά δεν μας επιτρέπεται να αγνοούμε τις επιπτώσεις τους στην κοινωνία. Το Διαδίκτυο ξεκίνησε ως δικτύωση επιστημόνων, έγινε ένα δικτυωμένο βήμα ιδεών, προχώρησε σε ένα παγκόσμιο παζάρι, εξελίχθηκε σε παγκόσμιο ιστό ενημέρωσης και ψυχαγωγίας και μεταλλάσσεται ταχύτατα στον πληρέστερο κοινό παρονομαστή τηλε-επαφής και μετάγγισης γνώσης όλης της ανθρωπότητας. Χτίζουμε ήδη τα σχολεία μας και του δήμους τού αύριο με την προοπτική ότι θα είναι ψηφιακοί, για να φθάνει η κοινωνική φροντίδα σε όλους εξατομικευμένη. Ζούμε ήδη τη φάση της ψηφιοποίησης κάθε πνευματικής κληρονομιάς μας, ώστε να είναι όλη σε όλους και παντού διαθέσιμη. Με τον ρυθμό που εξαπλώνεται η ευρυζωνικότητα και με τον ρυθμό που ελπίζουμε να πιάσει η παραγωγή ψηφιακού περιεχομένου, σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει τίποτε που να μην είναι πρωτίστως σε ψηφιακή μορφή. Ετσι, η επόμενη γενιά ανθρώπων θα βλέπει στο Διαδίκτυο την αυτοτέλεια που η δική μας γνώρισε στη μελάνη και στο χαρτί. Θα έχει το φοβερό συγκριτικό πλεονέκτημα της αμεσότητας στην παγκόσμια πρόσβαση και επικοινωνία, τη διαφάνεια και - εν τέλει - τη δημοκρατία. Αλλά θα έχει και το τεράστιο μειονέκτημα της απόλυτης εξάρτησης από ένα μέσο μη ελεγχόμενης από τον καθέναν μας τεχνολογίας.
Το Διαδίκτυο ξεκίνησε και παραμένει σε μεγάλο βαθμό άναρχο και χαοτικό. Μεγαλώνει σαν την άγρια βλάστηση που βρίσκει νωπό χώμα. Τώρα κάποιοι θέλουν να ελέγξουν αυτή τη βλάστηση, να τη μετατρέψουν σε ελεγχόμενη καλλιέργεια, να διαλέξουν το τι θα βλασταίνει εκεί και να το πουλήσουν σε όποιον διαθέτει τους οβολούς. Ο «Κήπος της Εδέμ» που γέννησε η πληροφορική κινδυνεύει, αντί για λίκνο γνώσης και δημοκρατίας, να μετατραπεί σε «φεουδαρχικό μποστάνι» ή και τον πιο ασφυκτικό ολοκληρωτισμό που γνώρισε η ιστορία των ανθρώπων.
Τα αμέσως επόμενα χρόνια θα είναι κρίσιμα για την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Ακόμη και όσοι προσβλέπουν το συμφέρον τους σε ένα ελεγχόμενο Διαδίκτυο, ας αναλογιστούν την ιστοριούλα του αργεντινού συγγραφέα Μπόρχες (Jorge Luis Borges, «Del rigor en la ciencia», 1946), όπου μια μεγάλη αυτοκρατορία δημιούργησε έναν χάρτη τόσο μεγάλο όσο και η ίδια η αυτοκρατορία (σε κλίμακα 1:1). Ο χάρτης μεγάλωνε όσο η αυτοκρατορία κατακτούσε νέα εδάφη. Αλλά κάποτε η αυτοκρατορία κατέρρευσε και το μόνο που έμεινε ήταν... ο χάρτης!

Άρθρο του Τ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ, από το ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 31/8/2008

Το ΒΗΜΑ, 31/08/2008 , Σελ.: H06Κωδικός άρθρου: B15449H061

http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=15449&m=H06&aa=1

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Το Iντερνετ στο εδώλιο για «εγκλήματα» κατά της μνήμης


Το Iντερνετ στο εδώλιο για «εγκλήματα» κατά της μνήμης
The Observer


«Μήπως το Google μας κάνει… ηλίθιους;». Αυτός υπήρξε ένας από τους πιο προκλητικούς τίτλους που δημοσιεύθηκε ποτέ στα αμερικανικά ΜΜΕ. Το εν λόγω άρθρο δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση The Atlantic και πραγματικά προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Ο συντάκτης του, ο Νίκολας Καρ, είναι ένας από τους πιο γνωστούς μπλόγκερ του κυβερνοχώρου και ταυτόχρονα ένας από τους μεγαλύτερους πολέμιους του Διαδικτύου.

«Τα τελευταία χρόνια», αναφέρει στο άρθρο του, «είχα διαρκώς την άκρως δυσάρεστη αίσθηση ότι “κάτι” ή “κάποιος” “παίζει” με τον εγκέφαλό μου, ότι αναχαρτογραφεί τα νευρωνικά του κυκλώματα και επαναπρογραμματίζει τη μνήμη μου. Δεν χάνω τον νου μου -όσο τουλάχιστον μπορώ να γνωρίζω- αλλά είμαι βέβαιος ότι αλλάζει. Δεν σκέπτομαι σήμερα όπως σκεπτόμουν παλαιότερα».

Παράξενες μεταβολές

Ολες αυτές τις παράξενες μεταβολές της διανοητικής του λειτουργίας, τις νιώθει ο κ. Καρ περισσότερο όταν κάθεται για να διαβάσει κάποιο κείμενο. «Οταν παλιότερα βυθιζόμουν σ’ ένα βιβλίο ή ένα ιδιαίτερα μακρύ άρθρο, δεν αντιλαμβανόμουν κάποιο πρόβλημα. Ο νους μου, με αρκετά μεγάλη ευκολία, μπορούσε να πειθαρχήσει και να παρακολουθήσει τη συνέχεια της συγγραφικής σκέψης ή τη διήγηση. Μπορούσα να κατανοήσω κάθε επιχείρημα που προέβαλλε ο συντάκτης. Καθόμουν επί ώρες και παρακολουθούσα την πλοκή. Σήμερα, ωστόσο, η κατάσταση έχει αλλάξει. Σχεδόν αμέσως διασπάται η προσοχή μου και αδυνατώ να συγκεντρωθώ έπειτα από δύο ή το πολύ τρεις σελίδες ανάγνωσης. Νευριάζω, χάνω τον ειρμό της σκέψης του συντάκτη και αναζητώ να κάνω, να ασχοληθώ με κάτι άλλο, με οτιδήποτε άλλο. Νιώθω ότι αναγκάζομαι να πιέσω τη σκέψη για να επιστρέψει στο κείμενο. Σήμερα, η ευχάριστη ανάγνωση του παρελθόντος έχει καταλήξει μία πραγματική, πολύ κουραστική μάχη».
Ο κύριος Καρ επιχειρεί να «διαγνώσει» από τι πάσχει καθορίζοντας το πρόβλημα που αντιμετωπίζει. Το παράπονό του δεν στρέφεται κατ’ ουσία εναντίον του Google, αλλά γενικότερα κατά του Διαδικτύου. «Πιστεύω ότι το Ιντερνετ κατατρώγει σιγά και σταθερά την ικανότητά μου να συγκεντρωθώ και να διαλογιστώ, να βάλω σε λειτουργία τον εγκέφαλό μου. Σήμερα, ο νους μου περιμένει να προσλάβει το πληροφοριακό υλικό που χρειάζεται ακριβώς με τον τρόπο που το σερβίρει το Ιντερνετ: σαν ένα διαρκές και γρήγορο ρεύμα μικρών σωματιδίων γνώσης. Κάποτε ήμουν δύτης στη θάλασσα των λέξεων. Σήμερα σκίζω την επιφάνεια, ακριβώς όπως κάποιος με τζετ σκι».

Αν κανείς κρίνει από τον όγκο, και μόνο, των σχολίων που έγιναν μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Καρ, θα αντιληφθεί ότι άγγιξε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο. Οπως ο ίδιος λέει «κατακλύστηκα από ηλεκτρονικές επιστολές και αναρτήσεις σε μπλογκ από ανθρώπους που υποστήριζαν ότι οι «μάχες» μου με την πραγματική μελέτη των κειμένων και την προσπάθεια να συλλέξω και πάλι την ικανότητα συγκέντρωσής μου αντικατοπτρίζουν δικές τους εμπειρίες».

Πολλοί από τους πιο διάσημους μπλόγκερ, όπως ο Αντριου Σάλιβαν, ο Τζον Ούντελ και ο Μπιλ Τόμσον ασχολήθηκαν με το ζήτημα και πρόσθεσαν τη δική τους άποψη και πινελιά. Επίσης διαπρεπείς αρθρογράφοι εφημερίδων, όπως ο Λέοναρντ Πιτς (της Μαϊάμι Χέραλντ) και η Μάργκαρετ Ουέντε (της Τορόντο Γκλομπ εντ Μέιλ) δημοσιοποίησαν τους δικούς τους φόβους σχετικά με τη γενικότερη εξάρτηση που έχουμε από το Διαδίκτυο, ενώ διατύπωσαν την άποψη ότι γενικά τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ δεν κάνουν άλλο από το να προκαλούν τη «σήψη» του εγκεφάλου μας. Αυτό που πρέπει να προκαλέσει τη μεγαλύτερη έκπληξη, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι πάρα πολλοί άνθρωποι υποστηρίζουν ότι δεν περίμεναν τέτοιες τοποθετήσεις. Το Διαδίκτυο σχεδιάστηκε από τον Τιμ Μπέρνερς Λι, ο οποίος θέλησε να βοηθήσει με τον τρόπο αυτό την εξαιρετικά κακή του μνήμη.

Ο συνδυασμός των μεγάλων δυνατοτήτων αναζήτησης και έρευνας με την τεράστια διευκόλυνση συσχετισμού των διαφορετικών συνδέσμων ευθύνεται για την αποσάθρωση των ικανοτήτων συγκέντρωσης του Καρ.
Το Διαδίκτυο υποδεικνύει τη φθίνουσα αξία που έχει η ικανότητα απομνημόνευσης συγκριτικά με την ικανότητα αναζήτησης των πληροφοριών με αποτελεσματικό τρόπο. Φυσικά ο Καρ δεν είναι ο πρώτος που υποδεικνύει το πρόβλημα.

Το 1994, π.χ. ο Σβεν Μπίρκερτς εξέδωσε τις «Ελεγείες Γκούτενμπεργκ», μια πραγματικά παθιασμένη άμυνα των βιβλίων και του πολιτισμού των έντυπων έργων, η οποία ταυτόχρονα ήταν μία λυσσώδης επίθεση κατά των ηλεκτρονικών μέσων, και φυσικά κατά του Ιντερνετ. «Ποια είναι η θέση του διαβάσματος και της λογικής της ανάγνωσης στον πολιτισμό μας, όπως αυτός κατάντησε στις ημέρες μας;» αναρωτιόταν. Η απάντησή του ήταν μονολεκτική: «Είναι συρρικνούμενη διαρκώς» εξαιτίας της διείσδυσης των ηλεκτρονικών μέσων σε κάθε επίπεδο και σε κάθε στιγμή της ζωής μας.

Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι αυτό ακριβώς το πρόβλημα και η ανθρώπινη αγωνία χρονολογείται από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων.

Ο Σωκράτης διηγείται πώς ο Αιγύπτιος θεός Τεούθ προσπάθησε να πουλήσει την εφεύρεσή του -τη γραφή- στον βασιλιά Θάμους ως «ένα σημαντικό επίτευγμα που θα βελτιώσει όχι μόνο την οξύνοια και τη σοφία των Αιγυπτίων, αλλά και τη μνήμη τους. «Ανακάλυψα τη σίγουρη συνταγή για το μνημονικό και τη σοφία» φέρεται να είπε. Βέβαια, σε αυτήν την τοποθέτηση, ο γέρος και παμπόνηρος βασιλιάς απάντησε ότι ο «εφευρέτης μιας τέχνης δεν είναι ο καλύτερος κριτής για το ποιο καλό ή κακό θα προκαλέσει η εφεύρεσή του σε αυτούς που θα τη δοκιμάσουν. Αυτοί που θα αποκτήσουν τη γραφή θα πάψουν να ασκούν τη μνήμη τους και θα ξεχνάνε. Αυτό που ανακάλυψες είναι η συνταγή για την ανάκληση των αναμνήσεων».

Με άλλα λόγια, η τεχνολογία είναι αυτή που μας έδωσε και η τεχνολογία είναι αυτή που μας πήρε πίσω. Τώρα, ποιος το είπε αυτό; Το ξεχνάω...
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_1_16/07/2008_277812

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Μήπως το Ιντερνετ διαμορφώνει άβουλους πολίτες;


Μήπως το Ιντερνετ διαμορφώνει άβουλους πολίτες;


Επιφανείς «χρήστες» του Διαδικτύου εκφράζουν ανησυχία ότι επηρεάζει αρνητικά την ικανότητα συγκέντρωσης και στοχασμού
Της Αγγελικης Στουπακη

«Τα τελευταία χρόνια έχω την αίσθηση ότι κάποιος ή κάτι έχει πειράξει τον εγκέφαλό μου, αναδιατάσσοντας το νευρικό κύκλωμα, αναπρογραμματίζοντας τη μνήμη. Δεν το χάνω το μυαλό μου -απ’ όσο μπορώ να κρίνω- αλλά το αισθάνομαι να αλλάζει. Και το καταλαβαίνω περισσότερο όταν διαβάζω.

Η ικανότητα που είχα να βυθίζομαι σε μια αφήγηση ή να παρακολουθώ μια περίπλοκη επιχειρηματολογία έχει μειωθεί δραστικά. Τώρα η συγκέντρωσή μου αρχίζει να περισπάται μετά δυο - τρεις σελίδες. Γίνομαι νευρικός, χάνω τη σειρά, αρχίζω να αναζητώ κάτι άλλο να κάνω. Το βαθύ διάβασμα που πριν μου ερχόταν τόσο φυσικά, τώρα έχει γίνει αγώνας».
«Νομίζω πως ξέρω τι συμβαίνει.

Εδώ και πάνω από μια δεκαετία περνάω πολύ χρόνο στο Ιντερνετ, ψάχνοντας και σερφάροντας και ενίοτε συνεισφέροντας στις βάσεις δεδομένων. Το Διαδίκτυο υπήρξε θεόσταλτο δώρο για μένα ως συγγραφέα. Ερευνα που άλλοτε χρειαζόταν μέρες ψαξίματος σε αρχεία εφημερίδων και βιβλιοθήκες, τώρα μπορεί να γίνει μέσα σε λίγα λεπτά.

Αλλά η εύκολη πρόσβαση σε αυτήν την απίστευτα πλούσια πηγή πληροφοριών έχει το τίμημά της. Οπως επισήμανε ο θεωρητικός των μέσων επικοινωνίας Μάρσαλ Μακλούαν τη δεκαετία του ’60, τα media δεν είναι απλώς παθητικά κανάλια πληροφοριών. Προμηθεύουν το υλικό για σκέψη, αλλά επίσης διαμορφώνουν τη διαδικασία της σκέψης. Και αυτό που φαίνεται να κάνει το Διαδίκτυο είναι να ψαλιδίζει την ικανότητά μου για συγκέντρωση και στοχασμό. Το μυαλό μου τώρα περιμένει να πάρει τις πληροφορίες με τον τρόπο που το δίκτυο τις διανέμει: με μια γοργοκίνητη ροή σωματιδίων.

Κάποτε ήμουν δύτης στη θάλασσα των λέξεων. Τώρα τρέχω στην επιφάνεια σαν παιδί πάνω σε τζετ σκι».
Στο τεύχος Ιουνίου του μηνιαίου περιοδικού The Atlantic, πολιτιστικής επιθεώρησης με μεγάλη απήχηση στην προοδευτική ελίτ των ΗΠΑ, ο Νίκολας Καρ -τέως διευθυντής της Harvard Business Review- ομολογεί ότι φοβάται πως η «κουλτούρα του Διαδικτύου» επηρεάζει αρνητικά τους διανοητικούς μηχανισμούς μας: Τον τρόπο που διαβάζουμε και απομνημονεύουμε, μα κυρίως την ικανότητά μας για συγκέντρωση. Και το άρθρο του -που έγινε και το θέμα του εξωφύλλου στο τεύχος, με τον τίτλο «Is Google Making us Stupid?» («Μας αποβλακώνει το Google;»)- φαίνεται πως άγγιξε γυμνό νεύρο, γιατί βρήκε μεγάλη ανταπόκριση: «Είναι αλήθεια πως, βυθισμένοι καθώς είμαστε στο διανοητικό multitasking, μόλις καθήσουμε να διαβάσουμε ένα πολυσέλιδο ντοκουμέντο ή ένα βιβλίο, νιώθουμε δυσφορία έπειτα από μερικές παραγράφους.

Γυρίζουμε σελίδα και είμαστε έτοιμοι να πατήσουμε τα πλήκτρα για κάποιο link», συμφωνεί ο Αντριου Σάλιβαν, Βρετανός φιλελεύθερος διανοούμενος, συνεργάτης και αυτός του Atlantic.
Μικρά κείμενα
Και ο Λέοναρντ Πιτς, δημοσιογράφος της «Χέραλντ Τρίμπιουν» βραβευμένος με Πούλιτζερ, υπερθεματίζει: «Διαβάζω την Atlantic και ανακαλύπτω ότι δεν είμαι ο μόνος που χάνω τη συνήθεια της ανάγνωσης. Εχω την τάση πλέον να αφομοιώνω τα κείμενα σε μικρά κομματάκια.

Δώστε μου ένα κείμενο περισσότερων σελίδων και με πιάνει αμέσως η ακατάσχετη επιθυμία να κοιτάξω το e-mail μου. Πριν από μερικές μέρες μου έδωσαν ένα βιβλίο για να γράψω κριτική. Είχα πολύ μικρό χρονικό περιθώριο για να το διαβάσω και μου φάνηκε τρομερά κουραστικό - να υποχρεωθώ να καθήσω για ώρες σε μια πολυθρόνα. Το έκανα, αλλά είχα μια αίσθηση κενού, ενοχής επειδή έμεινα απομακρυσμένος για τόσο πολύ από τον κόσμο».
Ο Νίκολας Καρ δεν είναι κανένας εχθρός της τεχνολογίας και της προόδου. Είναι ένας ειδικός των επικοινωνιών που γράφει βιβλία για τη νέα ψηφιακή κουλτούρα -το τελευταίο, με τίτλο The Big Switch: Rewiring the World, εκδόθηκε πριν από μερικούς μήνες- ενώ είναι επίσης ένας δραστήριος «μπλόγκερ».

Απλώς εκφράζει τις αμφιβολίες και τις ανησυχίες του απέναντι σε κάτι που έχει αναδειχθεί σε σύγχρονο τοτέμ. Γνωρίζει, άλλωστε, ότι πάντα η τεχνολογική πρόοδος προκαλούσε αντιδράσεις. Αναφέρει την ανησυχία του Σωκράτη -όπως παρουσιάζεται στον «Φαίδρο» του Πλάτωνα- ότι η διάδοση της γραφής θα οδηγήσει τους ανθρώπους να μην ασκούν τη μνήμη τους και να δέχονται πληροφορίες χωρίς την κατάλληλη διδασκαλία.

Αλλά και τον 15ο αιώνα, η εφεύρεση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο προκάλεσε αντιδράσεις από λογίους που φοβούνταν ότι η διαθεσιμότητα των βιβλίων θα έκανε τους ανθρώπους «διανοητικά οκνηρούς» και θα είχε καταστρεπτικές συνέπειες στην κοινωνική δομή.

Σκεπτικισμός

«Πράγματι, πρέπει να είμαστε σκεπτικιστές απέναντι στον σκεπτικισμό» γράφει ο Καρ. Ωστόσο, η αίσθηση ότι η κουλτούρα του Ιντερνετ έχει ανησυχητικές παράπλευρες συνέπειες εκφράζεται όλο και πιο συχνά και ο Καρ σίγουρα δεν είναι ο πρώτος που διατυπώνει τους φόβους του.

Το Google έχει γίνει από καιρό στόχος επικρίσεων για τη φιλοδοξία του να οργανώσει «όλη τη γνώση του κόσμου» και για τη δυνατότητα μιας μηχανής αναζήτησης να απομνημονεύει όλες τις «κινήσεις» των χρηστών που έχουν γίνει στη διάρκεια των δέκα χρόνων της ύπαρξής του. Ο γίγαντας του Διαδικτύου υπόσχεται ότι θα χρησιμοποιήσει αυτά τα στοιχεία μόνο για να βελτιώσει τις υπηρεσίες του, κανένας όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι αυτή θα είναι η αποκλειστική «αξιοποίησή» τους.

Οπως σημειώνει ο Καρ, οι νεαροί «συνιδρυτές» του Google, ο Σεργκέι Μπριν και ο Λάρι Πέιτζ, μιλούν συχνά για την επιθυμία τους να μετατρέψουν την μηχανή αναζήτησης που επινόησαν σε τεχνητή νοημοσύνη, ένα είδος HAL (όπως στην «Οδύσσεια του Διαστήματος» του Κιούμπρικ) που θα μπορούσε να προσαρτηθεί άμεσα στον εγκέφαλό μας. «Η τέλεια μηχανή αναζήτησης είναι έξυπνη όπως ο άνθρωπος - ή και εξυπνότερη», είπε ο Πέιτζ πριν από μερικά χρόνια. Και σε μια συνέντευξη στο «Νιούζγουικ», ο Μπιν είπε: «Σίγουρα αν είχατε όλες τις πληροφορίες του κόσμου άμεσα συνδεμένες με τον εγκέφαλό σας ή με έναν τεχνητό εγκέφαλο ευφυέστερο από τον δικό σας, θα ήταν προς όφελός σας».

Τεχνητή νοημοσύνη

Αυτή η υπόθεση ότι «είναι προς όφελός μας» να συμπληρωθεί ή και να αντικατασταθεί ο εγκέφαλός μας με μια τεχνητή νοημοσύνη, προκαλεί ανησυχία στον Καρ. «Υποδεικνύει μια πεποίθηση ότι η ευφυΐα είναι το προϊόν μιας μηχανικής διαδικασίας, μιας σειράς βημάτων που μπορούν να απομονωθούν, να μετρηθούν και να βελτιωθούν. Στον κόσμο του Google δεν υπάρχει χώρος για την ομίχλη του στοχασμού. Η αμφιβολία, το διφορούμενο, δεν αποτελεί δρόμο για τη βαθύτερη αντίληψη, αλλά ένα μικρόβιο που πρέπει να εξουδετερωθεί. Το ανθρώπινο μυαλό είναι ένας ξεπερασμένος υπολογιστής που χρειάζεται να γίνει πιο γρήγορος και με μεγαλύτερη περιεκτικότητα».

Ο Καρ προχωρεί για να δώσει και μια άλλη, οικονομική, διάσταση του θέματος. «Η ιδέα ότι το μυαλό μας πρέπει να λειτουργεί σαν μια γρήγορη μηχανή επεξεργασίας δεδομένων δεν είναι ενσωματωμένη μόνο στη λειτουργία του Ιντερνετ, αλλά αποτελεί και το κυρίαρχο επιχειρηματικό μοντέλο του Διαδικτύου. Οσο γρηγορότερα σερφάρουμε στο Διαδίκτυο τόσο περισσότερες ευκαιρίες αποκτά το Google και άλλες εταιρείες να συλλέγουν πληροφορίες για μας και να μας τροφοδοτούν με διαφημίσεις.

Οι περισσότεροι ιδιοκτήτες εμπορικών εταιρειών του Ιντερνετ έχουν οικονομικό συμφέρον να συλλέγουν τα ψίχουλα δεδομένων που αφήνουμε πίσω μας από link σε link. Το τελευταίο πράγμα που θέλουν αυτές οι εταιρείες είναι να ενθαρρύνουν το ήρεμο διάβασμα ή την αργή, συγκεντρωμένη σκέψη. Εχουν οικονομικό συμφέρον να μας οδηγούν στην περίσπαση».

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_13/07/2008_277207

Η ληστεία της ανθρώπινης φαντασίας




Η ληστεία της ανθρώπινης φαντασίας


Πώς στήθηκε το storytelling, η αφηγηματική μηχανή που χειραγωγεί τα άτομα και εξαφανίζει την ορθολογική σκέψη χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της ολοκληρωτικής κοινωνίας του Οργουελ και πουλώντας ως αλήθειες τα παραμύθια και τα ψέματα
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ

Ο Ρενάτο Κούρτσιο, ένας από τους αρχηγούς των Ερυθρών Ταξιαρχιών, αναφερόμενος κάποτε στην αποτυχία της επαναστατικής βίας να αλλάξει τον κόσμο είπε ότι, στην ιστορική περίοδο την οποία διανύουμε δεν υπάρχουν νέες ιδέες και άρα τίποτε καινούργιο δεν μπορεί να διατυπωθεί.
  • Οι σημερινές κοινωνίες επομένως είναι κοινωνίες αφηγήσεων. Ολοι μας λέμε ιστορίες. Θα πρόσθετε κάποιος ότι εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης και της μεγάλης διασποράς των πληροφοριών, οι ιστορίες αυτές είναι μικρής διάρκειας.
Ολα έχουν μια ημερομηνία λήξεως.
  • Κατά συνέπεια, οι τεχνικές της αφήγησης που εφαρμόζονται καθορίζουν τόσο τις μορφές άσκησης της εξουσίας όσο και της διαχείρισης της παγκόσμιας κοινωνίας. Ολες αυτές οι τεχνικές περιέχονται στον όρο storytelling, που σημαίνει ότι ο μόνος τρόπος για να εφαρμοστούν οι σύγχρονες μορφές καταστολής είναι η μετατροπή της ιστορικής σε μυθική αφήγηση.
Το περιεχόμενο και το εύρος του storytelling εξετάζει και αναλύει σε ένα ευσύνοπτο αλλά και εξαιρετικά περιεκτικό βιβλίο του ο Κριστιάν Σαλμόν, συγγραφέας και μέλος του Κέντρου Ερευνών για τις Τέχνες και τη Γλώσσα (που ανήκει στο γαλλικό Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, CNRS).

Αν αυτό που κάποτε χαρακτήριζε μόνο το μυθιστόρημα, δηλαδή το «ψεύδεσθαι ειλικρινώς» όπως έλεγε ο Αραγκόν, μεταφέρεται στην κοινωνική και στην πολιτική αρένα, τότε ασφαλώς τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά. Το μυθιστόρημα, ακόμα, μπορεί να είναι «αληθομανές χαλκείον», σύμφωνα με τον ευφυή ορισμό του Αλέξανδρου Κοτζιά, όταν όμως η εξουσία μετατρέπεται σε χαλκείο φημών και σε πεδίο διαστρεβλώσεων, η ελευθερία διατρέχει μεγάλο κίνδυνο.

Ελεγχος των συνειδήσεων «Metal Gear Solid». Σύγχρονο game που λειτουργεί ως αφηγηματική μηχανή Πώς συμβαίνουν όμως όλα τούτα τα ανησυχητικά; Πώς η μυθοπλασία μεταφέρεται από το μυθιστόρημα στην πραγματική ζωή, στην οικονομία, στην πολιτική και στην κοινωνία;
Ο Σαλμόν διαβάζει τον παγκόσμιο χάρτη επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του όπως θα περίμενε κανείς στις ΗΠΑ, τη μόνη ως στιγμής υπερδύναμη, το παράδειγμα της οποίας επιδρά καταλυτικά σε όλο τον πλανήτη.

Αυτό δηλαδή που λέμε παγκοσμιοποίηση, σύμφωνα με την ανάλυσή του, είναι ένας σύνθετος μηχανισμός, κινητήρια δύναμη του οποίου αποτελεί η αφήγηση, το storytelling. Εχεις μια καλή ιστορία;

Τότε έχεις και την εξουσία. Γιατί όμως, αφού οι άνθρωποι έλεγαν ιστορίες από καταβολής πολιτισμού και καταλάβαιναν τον κόσμο μέσω των αφηγήσεων, τα πράγματα σήμερα είναι τόσο ανησυχητικά;
Κατά τον συγγραφέα, επειδή έχουμε τώρα μια κρίσιμη ποιοτική διαφορά.
Ενώ παλαιότερα οι αφηγήσεις διείσδυαν πάντοτε στο υπόστρωμα της εμπειρίας και ο άνθρωπος ήθελε να ξέρει γιατί συνέβαινε το κάθε τι, σήμερα οι αφηγήσεις του storytelling έχουν έναν και μοναδικό σκοπό: ερευνούν τους τρόπους να καθυποτάξουν την εμπειρία και άρα να ελέγξουν τις συνειδήσεις.
  • To φαινόμενο εμφανίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η παγκοσμιοποίηση οδηγεί στη μετάλλαξη των επιχειρήσεων, η αφήγηση γίνεται ο πυρήνας σε κάθε επιθετική πολιτική της διοίκησής τους (μάνατζμεντ), γιατί η νέα οικονομία είναι πλέον μια μυθοπλασία. Μυθοποιεί τις εργασιακές σχέσεις, ηρωοποιεί το μάνατζμεντ και αναδεικνύει τους πρωταγωνιστές του σε γκουρού της παγκοσμιοποίησης.
  • Ετσι, όπως υποστηρίζει η Εύα Ιλιούζ, περάσαμε στην εποχή του «συγκινησιακού καπιταλισμού», με άλλα λόγια περάσαμε από τον παλαιομαρξιστικό «φετιχισμό του εμπορεύματος» στην εμπορευματοποίηση των συγκινήσεων. Τις αφηγήσεις έχουν πάψει πλέον να τις δημιουργούν τα άτομα, αλλά τις δημιουργούν οι επιχειρήσεις, που έχουν μεταλλαχθεί και αρχίζουν να μοιάζουν πλέον με παγκόσμιες κυβερνήσεις.
  • Στο σημερινό μετα-καπιταλιστικό πρότυπο, υποστηρίζει ο Σαλμόν, δεν ισχύει η κλασική ενότητα χώρου και χρόνου που αποτελούσε πυλώνα της παλαιάς οικονομίας, όπως άλλωστε και της κοινωνίας, ενότητα που χαρακτήριζε και τη φορντική εποχή.
  • Αφού εκείνο που εκθειάζεται τώρα είναι η διαρκής αλλαγή - που αλλιώς την αποκαλούν προσαρμογή -, είναι επόμενο η πλοκή να αντικαθιστά τα προγράμματα, οι γνώσεις να ταξιδεύουν από τη μια στην άλλη επιχείρηση και οι σύγχρονες επιχειρήσεις να μην είναι πλέον αυτόνομες οντότητες, αλλά μέρη ενός παγκόσμιου δικτύου, συνεκτικό ιστό του οποίου συνιστά η αφήγηση, το storytelling.
  • Αρα λοιπόν, η αφήγηση εκμεταλλεύεται όλες τις συμβολικές πλευρές της εξουσίας, και σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι σύμβουλοι του ηγεμόνα αντικαθίστανται από τους γκουρού του μάνατζμεντ.
Κατά συνέπεια, οι κυβερνήσεις, σαν τις επιχειρήσεις, είναι παραγωγοί ψευδαισθήσεων και άρα η πολιτική σκηνοθετείται, όπως άλλωστε και η ζωή.

Πουλώντας ψέματα

Το ζήτημα επομένως δεν είναι να πεις την αλήθεια, να ικανοποιήσεις μια πραγματική ανάγκη, να παραγάγεις αυτό που ορθολογικά επιβάλλεται, αλλά να διαλέξεις και να πουλήσεις ένα ψέμα που όλοι είναι διατεθειμένοι να το πιστέψουν. Για να το πετύχεις χρειάζεται μια στρατιά από ειδικούς της πειθούς, από ένα κίνημα, μια τάση, μια θεωρία, ή πιο ωμά ένας φόβος ή μια πίστη.

Αυτό συνέβη με την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, όπου δεν είχε σημασία η αλήθεια αλλά η «αυθεντικότητα» του σεναρίου, όπου μπορούν να συνδεθούν άσχετα πράγματα μαζί με φήμες και ψέματα - και να πείσουν, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει αφηγηματική ροή.
Στη μεταβιομηχανική κοινωνία έχει εξαλειφθεί πλέον ο συγχρονισμός κεφαλαίου και εργασίας.
Εκείνο που τώρα προέχει είναι η δημιουργία κινητήριων μύθων με τους οποίους αισθάνονται υποχρεωμένοι να συστρατευθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι: από τους μισθωτούς, τους πελάτες, τους μάνατζερ και τους μετόχους στις επιχειρήσεις ως τα πολιτικά στελέχη των κομμάτων, τη γραφειοκρατία και τον κομματικό μηχανισμό. Αυτός είναι ο σύγχρονος τεϊλορισμός: τα μηχανικά γρανάζια στη γραμμή παραγωγής έχουν αντικατασταθεί από διανοητικά γρανάζια.

Αν αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό, ο συγγραφέας έχει μιαν ανατριχιαστική απάντηση: η σημερινή επιδίωξη του καπιταλισμού, λέει, δεν είναι απλώς η συσσώρευση πλούτου, αλλά ο κορεσμός. Αυτόν εξυπηρετούν οι πάντες και τα πάντα: τα προγράμματα κατάρτισης, το ανθρώπινο δυναμικό, τα στρατηγικά σχέδια και πάνω από αυτά η αφήγηση, το storytelling.

Αφού όμως η αφήγηση είναι το κεντρικό ζήτημα του μάνατζμεντ, αφού το storytelling μετατρέπει και την ίδια τη ζωή σε αφήγηση, ξεκινώντας από τους τόπους εργασίας και τα προγράμματα δίνουν τη θέση τους στην πλοκή, δεν είναι παράξενο που το αμερικανικό Πεντάγωνο συνεργάζεται με το Χόλιγουντ. Κατά συνέπεια και η επικοινωνία - ψυχαγωγία δεν είναι παρά μια μορφή προπαγάνδας, γιατί οι αυτοκρατορίες δημιουργούν την πραγματικότητα.

Οι ΗΠΑ ως εμπόρευμα Φωτογραφία του Associated Press από τον πόλεμο στο Ιράκ που κέρδισε το Πούλιτζερ του 2004

Το ίδιο λίγο πολύ συμβαίνει και με το τρίγωνο λεωφόρος Μάντισον στο Μανχάταν (έδρα των μεγάλων διαφημιστικών εταιρειών) - Χόλιγουντ - Λευκός Οίκος. Λειτουργεί με τέτοιον τρόπο ώστε ο υπόλοιπος κόσμος να βλέπει τις ΗΠΑ ως εμπόρευμα και όχι ως χώρα στην οποία ζουν άνθρωποι με διαφορετικές απόψεις μεταξύ τους. Αν αυτό για τους αμερικανούς διανοούμενους όπως ο Τσόμσκι, ο Τζέιμσον ή ο Ρίτσαρντ Σένετ φαντάζει εξοργιστικό - γιατί είναι πέρα ως πέρα αληθινό - δεν ενοχλεί καθόλου όσους υπό το πρόσχημα της όποιας αναγκαιότητας προσαρμογής σε ένα περιβάλλον απανωτών αλλαγών τολμούν και ανασχεδιάζουν τον κόσμο.
Αλλά πού οφείλεται αυτό το θράσος; Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα των νεοσυντηρητικών, ο Σαλμόν λέει ότι το θεωρητικό υπόβαθρό τους δεν είναι θρησκευτικό, όπως υποστηρίζουν. Το θρησκευτικό αίσθημα επί του προκειμένου λειτουργεί προσχηματικά. Χρησιμοποιώντας τα ΜΜΕ επί χρόνια, μετέτρεψαν την πολιτική σε αντιπραγματικότητα γιατί αντελήφθησαν ότι το κλειδί για την κατάκτηση της εξουσίας δεν είναι πλέον τα λογικά επιχειρήματα σε ένα συνεκτικό πλαίσιο που να συνοδεύονται κι από κάποιο πολιτικό όραμα, αλλά οι πειστικές αφηγήσεις.
Το ζήτημα λοιπόν δεν ήταν πώς να λες ψέματα αλλά πώς να τα λες με δόλιο τρόπο - και δόλιες προθέσεις. Ετσι, αν καταφέρεις να προκαλέσεις μεγάλα ρεύματα ακροαματικότητας υπέρ σου, έχεις πετύχει, αλλιώς εξαφανίζεσαι. Το φαινόμενο εμφανίζεται την εποχή του Ρόναλντ Ρίγκαν και της Μάργκαρετ Θάτσερ.
Ο Ρίγκαν πέτυχε γιατί μιλούσε στην καρδιά - όχι στη λογική - των Αμερικανών, όπως η γιαγιά λέει παραμύθια στα εγγονάκια της.
  • Αν σήμερα ζούμε σε περίοδο κατακερματισμού της γνώσης, όπως υπονοεί ο Σαλμόν, αυτό αποδεικνύει τη χρεοκοπία των ιδεών, για τούτο και η κατακερματισμένη γνώση δίνει τη θέση της στην αφήγηση, δηλαδή στην τερατώδη πολυμορφική αφήγηση της καταστολής, το storytelling.
Ετσι και η διαφήμιση πέρασε από τον λογότυπο του προϊόντος στην αφήγηση και η πολιτική ρητορική έδωσε τη θέση της στη σκηνοθεσία της πραγματικότητας, τις ιστορίες. Ο ύψιστος στόχος της προπαγάνδας είναι βέβαια η επιβολή του μεγάλου ψέματος. Τον ρόλο που έπαιξαν τα αμερικανικά ΜΜΕ στην πολιτική του Τζορτζ Μπους του νεώτερου αναλύει με ανελέητο τρόπο ο Σαλμόν.
Με αιχμή του δόρατος το τηλεοπτικό κανάλι Fox του Ρούπερτ Μέρντοκ, στήθηκε ένας τεράστιος μηχανισμός προπαγάνδας. Εξαγοράστηκαν συνειδήσεις, διεσπάρησαν ψευδείς ειδήσεις και κιβδηλοποιήθηκε το άλλοτε περίφημο αμερικανικό σύστημα ενημέρωσης. Και όλα τούτα έγιναν με δημόσιο χρήμα.
  • Ακόμα και η τωρινή παγκόσμια οικονομική κρίση είναι σε μεγάλο βαθμό το τίμημα αυτής της τερατώδους βιομηχανίας του ψεύδους, που όπως λέει ο συγγραφέας έβαλε «φωτιά στα μυαλά». Το μπουμπουνητό της μάχης Το μέλλον μοιάζει δυσοίωνο.
Μας προειδοποίησε από το 2000 ακόμη ο διάσημος σκηνοθέτης Λαρς φον Τρίερ σε ένα εξαιρετικά ανησυχητικό κείμενό του με τίτλο Defocaliser (Αφεστίαση): «Ο εχθρός είναι η Ιστορία.
Το θέμα, που παρουσιάζεται αδιαφορώντας για την όποια ευπρέπεια. Αλλά είναι επίσης το γεγονός ότι η βαρύτητα ενός επιχειρήματος εξαρτάται, υποτίθεται, από την εκτίμηση του θεατή με βάση ένα σωρό απόψεις και παραθέσεις γεγονότων αντισταθμιζόμενων με τα αντίθετά τους. Είναι η λατρεία του περιγράμματος, πανίσχυρου και εις βάρος του θεάματος από το οποίο προέρχεται.
Αυτό το θέμα, που είναι ίσως ο πραγματικός θησαυρός της ζωής, έγινε καπνός μπροστά στα μάτια μας. Πώς να το ξαναβρούμε; Πώς να το μεταβιβάσουμε, να το περιγράψουμε; Η ύστατη πρόκληση του μέλλοντος είναι να βλέπουμε χωρίς να κοιτάμε: η αφεστίαση!» λέει ο Τρίερ και καταλήγει: «Αυτός που θα βλέπει χωρίς να εστιάζει θα είναι ο επικοινωνός της εποχής μας - ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο!». Αλλά δεν υπάρχει ευθύγραμμη κίνηση στην Ιστορία - γνωστά πράγματα.
Για αυτό και ο Σαλμόν λέει όχι παρηγορητικά αλλά μάλλον διαπιστωτικά: «Εκδηλώνονται συμβολικές πρακτικές αντίστασης, που αποβλέπουν στην αχρήστευση της μηχανής που κατασκευάζει παραμύθια "αφεστιάζοντας", αποσυγχρονίζοντας τις αφηγήσεις της».
Και συμπεραίνει στο τέλος, κρίνοντας από τις αντιδράσεις της κοινωνίας των πολιτών ότι έχουμε πλέον και «μια αντιαφήγηση, γιατί - κι εδώ παραπέμπει στον Μισέλ Φουκό - πρέπει να ακούσουμε το μπουμπουνητό της μάχης».
Το ΒΗΜΑ, 13/07/2008 , Σελ.: S01Κωδικός άρθρου: B15408S011ID: 295774
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=15408&m=S01&aa=1